Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Εκκλησιαστική περιουσία και άγρια φύση: μια παλιά φιλία τελειώνει

Σημαντικές φυσικές περιοχές που διαχειρίζεται η εκκλησία θα καταστραφούν αν αλλάξουν χρήση.






Οι μεγάλες αδιαίρετες εκκλησιαστικές εκτάσεις τραβούν το ενδιαφέρον επενδυτών.
Όμως, συνήθως πρόκειται για περιοχές πολύ σημαντικές για την άγρια φύση.
Υγρά λιβάδια της Λάμιας, κοντά στο Μετόχι, στο Εθνικό Πάρκο Κοτυχίου Στροφιλιάς.

Το ζήτημα της «αξιοποίησης» της εκκλησιαστικής περιουσίας έχει ιδιαίτερη σημασία για την προστασία της άγριας φύσης. Διότι εκτός από καθαρά εμπορική περιουσία (κτίρια, οικόπεδα εντός σχεδίου κ.λπ.), η εκκλησία διαθέτει και πολλές εκτάσεις σε φυσική κατάσταση ή με παραδοσιακές χρήσεις γης. Δάση και «δασικές εκτάσεις», υγροτοπικές περιοχές (λίμνες, λιμνοθάλασσες, υγρολίβαδα κ.λπ.), «βοσκότοποι», παραδοσιακή αγροτική γη και γενικά, δεκάδες χιλιάδες στρέμματα που έχουν αξία για τη βιοποικιλότητα.

Η αξία αυτή οφείλεται στο ότι οι περιοχές αυτές κρατήθηκαν μακριά από την άγρια ανάπτυξη. Επιπλέον, συχνά πρόκειται για μεγάλες εκτάσεις (π.χ. ιδιοκτησίες που περιήλθαν σε Μονές μετά την τουρκοκρατία) που περιλαμβάνουν σπάνια δείγματα από ενιαία οικοσυστήματα (π.χ. παράκτια δάση, υγρολίβαδα) τα οποία στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις υποφέρουν από κατακερματισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές εκκλησιαστικές εκτάσεις περιλαμβάνονται και στο Ευρωπαϊκό δίκτυο των κορυφαίων για τη φύση περιοχών, το Natura-2000.

Αυτή η μεγάλη φυσική αξία της (φυσικής) εκκλησιαστικής περιουσίας διατηρήθηκε επειδή μέχρι σήμερα αυτές οι περιοχές δεν γνώρισαν σε έντονο βαθμό μερικές από τις βασικές σημερινές απειλές για τη βιοποικιλότητα: την οικοδομική δραστηριότητα, την ανάπτυξη οδικού δικτύου και άλλες μορφές «σφραγίσματος γης» (τσιμεντόστρωση, μπάζωμα, γκαζόν και οτιδήποτε καλύπτει τη φυσική βλάστηση), την εντατικοποίηση της γεωργίας αλλά και την εγκατάλειψη της παραδοσιακής γεωργίας και κτηνοτροφίας, τις αλλαγές στην αλιευτική και δασική διαχείριση και, γενικά, μια δέσμη τρομερών απειλών υπό το γενικό τίτλο «αλλαγή χρήσεων γης».

Η άγρια φύση δεν ενδιαφέρεται για το ποιος κατέχει τη γη αλλά για το να μην αλλάξουν οι χρήσεις γης με τις οποίες είχε προσαρμοσθεί να συνυπάρχει. Από αυτή την σκοπιά, οι εκκλησιαστικές εκτάσεις ήσαν, μέχρι σήμερα, μάλλον ασφαλείς από δραματικές αλλαγές. Ίσως ήταν ο εγγενής συντηρητισμός της εκκλησίας, ο οποίος απέτρεπε επενδυτικά «ανοίγματα» και άλλα ηχηρά αναπτυξιακά παρόμοια. Ίσως ήταν η κοινωνική ευαισθησία της εκκλησίας προς τους μικρούς και ταπεινούς χρήστες της γης. Ίσως ήταν η παραδοσιακή θρησκευτική κλίση προς τα μη υλικά αγαθά και την εγκράτεια. Ίσως όλα μαζί ή και άλλα. Το σίγουρο είναι ότι οι φυσικές περιοχές που βρίσκονταν υπό εκκλησιαστικό έλεγχο συνήθως απολάμβαναν κάποιο άτυπο καθεστώς «προστασίας».

Η κατάσταση αυτή άρχισε να αλλάζει αποφασιστικά εδώ και μερικά χρόνια και ολοκληρώνεται σήμερα με την ίδρυση της Εταιρίας Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας. Η εκκλησία άρχισε σταδιακά να μεταμορφώνεται σε ένα βασικό τροφοδότη της άγριας ανάπτυξης προσφέροντας «φρέσκια γη».

Αυτή η μεταστροφή είναι επικίνδυνη για τη βιοποικιλότητα, ιδίως αν αντιληφθούμε ποιο είναι το κύριο επενδυτικό ενδιαφέρον στις εκκλησιαστικές εκτάσεις σήμερα: αυτό δεν είναι τα δήθεν «φιλέτα» που τάχα είχαν μείνει αναξιοποίητα. Όσα τέτοια "φιλέτα" υπήρχαν έχουν ήδη αξιοποιηθεί - δεν υπήρχε νομικό ή άλλο τεχνικό κώλυμα για να ζητήσει κάποιος από την εκκλησία μια καλή έκταση για τουριστική, γεωργική ή άλλη εκμετάλλευση.

Εκείνο που κυρίως τραβά την προσοχή των επενδυτών σήμερα είναι οι μεγάλες αδιαίρετες εκκλησιαστικές εκτάσεις. Οι δυσεύρετες εκείνες ενιαίες ιδιοκτησίες των πολλών χιλιάδων στρεμμάτων με τις οποίες το μοντέλο ανάπτυξης που μας έφερε μέχρι εδώ μπορεί να πάρει παράταση ζωής. Μέχρι πρόσφατα, αυτές οι περιοχές ήσαν αδιάφορες για επενδύσεις. Σήμερα, είναι περιζήτητες για δύο κυρίως χρήσεις: μεγάλες τουριστικές εγκαταστάσεις (πάντα με γκολφ) και βιομηχανικής κλίμακας δραστηριότητες σχετιζόμενες με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αιολικά πάρκα, φωτοβολταϊκά και καλλιέργεια ενεργειακών φυτών – η τελευταία, αν και φαινομενικά αθώα, ίσως έχει τις σοβαρότερες επιπτώσεις). Καθώς το νομικό πρόβλημα έχει παρακαμφθεί με τη χαλάρωση της νομοθεσίας (που επιτρέπει επεμβάσεις αδιανόητες μερικά χρόνια πριν) το μόνο πρόβλημα ήταν η ανεύρεση πολύ μεγάλων ιδιοκτησιών για «σοβαρούς» επενδυτές. Η εκκλησία προσφέρει τη λύση…

Όμως, αυτές οι μεγάλες εκκλησιαστικές εκτάσεις είναι επίσης σημαντικές για την άγρια φύση, και όλες οι επενδύσεις αφορούν σε δραστική αλλαγή χρήσης – άρα και σε σοβαρή υποβάθμιση της φυσικής αξίας αυτών των περιοχών. Παραδείγματα είναι τα σχέδια για τουριστική αξιοποίηση του Κάβο Σίδερο στη ΒΑ Κρήτη (περιοχή Natura που ανήκει στη Ι.Μ. Τοπλού) και το γιγαντιαίο Αιολικό Πάρκο στη Σκύρο (περιοχή Natura που ανήκει στη Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Όρους). Σε μια άλλη περίπτωση, ένας επενδυτής ανέφερε στην Επιτροπή Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας ότι «ήταν σε συμφωνία με την Εκκλησία» για 12.000 στρέμματα στο Μετόχι της Καλογριάς (περιοχή Natura και Εθνικό Πάρκο που ανήκει στη Ι.Μ. Μεγάλου Σπηλαίου) για καλλιέργεια ενεργειακών φυτών. Προφανώς εννοούσε το μεγάλο «αναξιοποίητο» λιβάδι της Λάμιας – ένα κορυφαίας σημασίας οικοσύστημα για παρυδάτια και καλοβατικά πουλιά (δεν φάνηκε σοβαρή πρόταση και δεν προχώρησε, είναι, όμως, ενδεικτική της τάσης).

Άσχετα με το ποιο θα είναι το τέλος αυτής της ιστορίας (και την πολιτική στάση του καθενός απέναντι σε ζητήματα εκκλησιαστικής περιουσίας), η «αξιοποίηση» της εκκλησιαστικής περιουσίας σημαίνει, για την άγρια φύση, οριστικό τέλος σε μια μακρά περίοδο ασφάλειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου