Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΜΕΓΑΛΑ ΕΡΓΑ


H Κάρλα στα πρώτα στάδια του επαναπλημμυρισμού. Μολονότι η τελική υλοποίηση του έργου απείχε αρκετά από τον οικολογικό σχεδιασμό,  παραμένει ένα  έργο - απόδειξη της αποτυχίας των αποξηράνσεων και της ανάγκης στροφής σε "πράσινα  μεγάλα έργα" 

Τα έργα που έχουν στόχο την αποκατάσταση/ανασύσταση της φύσης, την ανάπτυξη  πράσινων υποδομών (για βιωσιμότητα των αστικών περιοχών και πολιτική προστασία) και την κατάργηση αποτυχημένων έργων του παρελθόντος έχουν πολλαπλά οφέλη. Αξιοποιούν τις φυσικές λειτουργίες, εξοικονομούν ενέργεια και πόρους, διευκολύνουν την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Αυτά είναι τα «μεγάλα έργα» του μέλλοντος. 

[το κείμενο δημοσιεύτηκε στα 'Ενθέματα" ΑΥΓΗ, 29 Ιανουαρίου 2018]

Τα πολυ-λειτουργικά έργα
Κανείς δεν θα διαφωνήσει σε μια επένδυση που εξασφαλίζει ταυτόχρονα
- Αντιπλημμυρική προστασία από τα ολοένα συχνότερα βίαια καιρικά φαινόμενα
- Πλούσιους υδάτινους πόρους, καθαρό γλυκό νερό και υψηλό υδροφόρο ορίζοντα
 Προστασία από την υφαλμύρινση στις παράκτιες περιοχές
 Ευνοϊκό τοπικό μικροκλίμα, χωρίς ακραίες θερμοκρασιακές μεταβολές.
- Πλούσια παραγωγική γη, ποιοτικά γεωργικά, κτηνοτροφικά και άλλα φυσικά προϊόντα και ελάχιστη κατανάλωση χημικών, ενέργειας και νερού
- Σημαντική συμβολή στην αντιμετώπιση της διάβρωσης των ακτών ελευθερώνοντας ιζήματα προς τη θάλασσα
- Συνέργεια με πολλούς ακόμη τομείς όπως προστασία βιοποικιλότητας, τουρισμό, κοινωνική πολιτική, αναψυχή, διατήρηση ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς
- Και όλα αυτά με ελάχιστο λειτουργικό κόστος.

Το έργο που τα εξασφαλίζει όλα αυτά είναι η ανασύσταση των ιστορικών πλημμυρικών πεδίων των ποταμών – μιας τυπικής «Πράσινης Υποδομής». Στην απλή μορφή, απλά καταργούμε τα αναχώματα μέσα στα οποία έχουμε εγκλωβίσει τα ποτάμια, επιτρέποντας στο νερό να ακολουθήσει τον φυσικό του δρόμο. Κι επειδή αυτό είναι τολμηρό, εκείνο που μπορεί να γίνει είναι να μετατοπιστούν τα αναχώματα όσο το δυνατόν πιο μακριά από την κοίτη. Με αυτόν τον τρόπο δίνουμε χώρο στο ποτάμι να απλωθεί όταν υπάρχει ανάγκη, αντί να λειτουργεί ως σιφόνι που διοχετεύει τα νερά στη θάλασσα, με κίνδυνο απότομων υπερχειλίσεων, ρήξης αναχωμάτων και φονικών πλημμυρών. Παρόμοια αποτελέσματα επιτυγχάνονται και με τη δημιουργία λεκανών εκτόνωσης των νερών σε περίπτωση μεγάλων βροχοπτώσεων. Για παράδειγμα, ας φανταστούμε μια έκταση λίγων εκατοντάδων στρεμμάτων ανάντη του αστικού ιστού της Μάνδρας, όπου τα νερά που κατέβηκαν από το βουνό θα έβρισκαν χώρο να εκτονωθούν αντί να πέσουν με ορμή μέσα στα σπίτια.

Η αποκατάσταση των πλημμυρικών πεδίων και λεκανών εκτόνωσης των νερών θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «Πράσινα Αντιπλημμυρικά» έργα, σε αντιπαράθεση με τα «Σκληρά Αντιπλημμυρικά», τα οποία με εγκιβωτισμούς, συρματοκιβώτια, αναχώματα, εκτροπές και κάλυψη της κοίτης προσπαθούν να καθυποτάξουν και όχι να αξιοποιήσουν τις λειτουργίες της φύσης. Στην πραγματικότητα, πάντως, τα Πράσινα Έργα είναι κάτι πολύ περισσότερο.  Ακόμη και αν, για πρακτικούς λόγους (π.χ. επιλεξιμότητα από τρέχοντα χρηματοδοτικά πακέτα), χαρακτηριστούν ως αντιπλημμυρικά ή ενεργειακά, τα Πράσινα Έργα δημιουργούν πολυλειτουργικές Πράσινες Υποδομές: ο χώρος που μερικές μέρες το χρόνο θα κατακλύζεται με ομαλό φυσικό τρόπο, εκτός από αντιπλημμυρική προστασία, ταυτόχρονα θα φιλοξενεί γεωργία, κτηνοτροφία, αναψυχή, το τουρισμό και πολλές άλλες δραστηριότητες (δεν έχουν θέση μόνο οι μόνιμες κατασκευές) και θα παρέχει συνεχώς εμπλουτισμό και καθαρισμό νερών, δημιουργία ευνοϊκού μικροκλίματος, μεταφορά ιζημάτων στις ακτές και άλλες υπηρεσίες οικοσυστημάτων.

Πράσινα έργα, λοιπόν, είναι εκείνα που δημιουργούν Πράσινες Υποδομές, δηλαδή δημιουργούν  ή αποκαθιστούν φυσικές λειτουργίες, προσφέροντας πολλαπλές υπηρεσίες στον άνθρωπο και τη φύση. Για πρακτικούς λόγους μπορούμε να ομαδοποιήσουμε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες τέτοιων έργων:

-  Έργα αποκατάστασης υδρολογικού κύκλου: αποκατάσταση πλημμυρικών πεδίων και μαιάνδρων («απο-ευθυγράμμιση») ποταμών, ανασύσταση αποξηραμένων υγροτόπων, λεκάνες εκτόνωσης των νερών. Αυτά κερδίζουν αποδοχή, ιδίως στην περίπτωση ανασύστασης υγροτόπων που αποξηράνθηκαν πρόσφατα και χωρίς όφελος, π.χ. Κάρλα, Αγουλινίτσα, Μουριά και με οδηγό την Οδηγία – Πλαίσιο για τα Νερά (2000/60).

-    Έργα Πράσινων υποδομών σε αστικές περιοχές: δημιουργία ακάλυπτων χώρων, πράσινες στέγες, διαπερατά από νερό υποστρώματα σε πλατείες και πεζοδρόμια, κατάργηση κάλυψης ρεμάτων, κατάργηση κτηρίων ή ολόκληρων τετραγώνων για βελτίωση του μικροκλίματος κλπ. Μηχανικοί, αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι στρέφονται σταδιακά προς αυτές τις υποδομές εκτιμώντας τα πολλαπλά τους οφέλη σε ασφάλεια, ποιότητα ζωής, παραγωγή και εξοικονόμηση ενέργειας, ανάπτυξη ποικίλων δραστηριοτήτων όπως αστικές καλλιέργειες κλπ.

-     Έργα κατάργησης αποτυχημένων … έργων: Παράνομα λιμάνια που προκαλούν καταστροφική διάβρωση στις ακτές, οικισμοί μέσα σε υγρότοπους και αμμόλοφους, άχρηστα φράγματα, αναχώματα και δήθεν εγγειοβελτιωτικά, εγκαταστάσεις μέσα σε ρέματα είναι μερικές μόνο περιπτώσεις ανθρώπινων έργων που πρέπει, απλά, να απομακρυνθούν. Σε αυτά πρέπει να προσθέσομε τα εκατομμύρια στρέμματα άδικα «σφραγισμένης» γης (με τσιμέντο, μπάζα, άσφαλτο κλπ.) που πρέπει να «αποσφραγιστούν» - ένα βασικό έργο για τη βιωσιμότητα των περιαστικών περιοχών.

-     Έργα ανασύστασης και δικτύωσης χερσαίων οικοσυστημάτων: Αναδημιουργία σημαντικών οικοτόπων (παρόχθιων και πεδινών δασών, λιβαδιών κλπ.) και δικτύωση των προστατευόμενων περιοχών με «πράσινες γέφυρες», υπόγειες διαβάσεις, διάδρομους από δεντροστοιχίες ή ειδική βλάστηση (π.χ. κατά μήκος δρόμων), ειδικές περιφράξεις που διευκολύνουν τη διέλευση ζώων ή τα οδηγούν προς διαβάσεις, δημιουργία βιοτόπων-σταθμών (π.χ. δασύλλια, μικροί υγρότοποι) ανάμεσα σε προστατευόμενες περιοχές  κλπ. Χωρίς αυτά, η φύση θα καταντήσει ένα κατακερματισμένο παζλ απομονωμένων μεταξύ τους βιοτόπων, από όπου σταδιακά θα χαθούν τα περισσότερα ζώα και φυτά.

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των Πράσινων Έργων είναι η πολυλειτουργικότητα. Είναι τυπικά «πολυτομεακά» και «πολυταμειακά» έργα, σε αντίθεση με τα «Σκληρά Έργα» που έχουν έναν σκοπό, αγνοώντας τα υπόλοιπα.


Η ώρα των Πράσινων Έργων έφτασε
Στην εποχή της εξάντλησης των φυσικών πόρων, της δυσεύρετης ενέργειας, της περιβαλλοντικής καταστροφής, της κλιματικής αλλαγής και της οικονομικής ύφεσης, τα Πράσινα Έργα είναι αναγκαία. Δεν αντέχουμε πλέον υποδομές απαιτητικές σε ενέργεια και πόρους, που προκαλούν διαταραχή του υδρολογικού κύκλου, ρύπανση, διάβρωση, κίνδυνο πλημμυρών, καταστροφή ακτών, αύξηση του κόστους της πρωτογενούς παραγωγής (χώρια τις επιπτώσεις σε βιοποικιλότητα, παράδοση, πολιτισμό κλπ.). Ούτε διαθέτουμε κονδύλια για έργα σε κάθε τομέα χωριστά. Έχουμε ανάγκη τις Πράσινες Υποδομές με την ολιστική προσέγγιση, τα πολλαπλά οφέλη και το ελάχιστο λειτουργικό κόστος. Έχουμε ανάγκη από έργα που δημιουργούν, δεν καταστρέφουν φύση.

Η κλιματική αλλαγή (π.χ. άνοδος της στάθμης της θάλασσας, συχνότερες βίαιες βροχοπτώσεις, συχνότεροι καύσωνες) εκτός από την επιδείνωση των επιπτώσεων από την απώλεια φυσικών πόρων, απειλεί τη ζωή όπως τη γνωρίζαμε και κάνει πολλές περιοχές επισφαλείς και ασύμφορες για«mainstream» επενδύσεις. Συνεπώς, τα Πράσινα Έργα παρέχουν τα οφέλη που περιγράψαμε αξιοποιώντας εκτάσεις έτσι κι αλλιώς ακατάλληλες για «άγρια ανάπτυξη».

Οι Πράσινες Υποδομές είναι συνήθως απλές. Προκειμένου, όμως, να γίνουν ελεγχόμενα και σε μεγάλη έκταση, και για να ελαχιστοποιηθεί η διατάραξη των διαμορφωμένου status quo, απαιτούνται απαλλοτριώσεις και μεγάλα τεχνικά έργα (και μελέτες). Για παράδειγμα, τα έργα αποκατάστασης υδρολογικού κύκλου περιλαμβάνουν άρση ή/και κατασκευή νέων αναχωμάτων και φραγμάτων, μεγάλης έκτασης εκσκαφές, σειρά από φραγμούς, υδροφράκτες, γέφυρες, μετεγκατάσταση υποδομών, αναπροσαρμογή οδικού δικτύου και αποκατάσταση ειδικών οικοσυστημάτων (π.χ. παραποτάμια δάση).  Οι Αστικές Πράσινες υποδομές επίσης περιλαμβάνουν μεγάλα έργα αντικατάστασης υλικών, κατεδαφίσεις και ανακύκλωση υλικών (δεν πρέπει τα Πράσινα Έργα να δημιουργούν νέα «μπάζα»). Όλα αυτά δημιουργούν πολλαπλάσιες θέσεις εργασίας από ότι τα «Σκληρά Έργα».

Με άλλα λόγια, τα Πράσινα Έργα μπορούν να είναι κανονικά «Μεγάλα Έργα» - από εκείνα που στηρίζουν, όπως λέγεται, την οικονομία. Γιατί, λοιπόν, η οικονομία να μην στηρίζεται σε έργα συμβατά με τις ανάγκες της εποχής; Γιατί να μην επενδύσει ο κατασκευαστικός και μελετητικός κλάδος σε έργα με αληθινή προοπτική, αντί να αναζητά επιπλέον «Σκληρά Συμβόλαια» (μέχρι πότε θα φτιάχνουμε αυτοκινητόδρομους;);


Οι δυσκολίες
Ένα βασικό εμπόδιο στην επικράτηση των Πράσινων Έργων είναι η νοοτροπία των αμετανόητων οπαδών της «άγριας ανάπτυξης», οι οποίοι δεν δέχονται εύκολα την «επιστροφή γης» στη φύση (προϋπόθεση για την ανάπτυξη Πράσινων Υποδομών). Αντί, λοιπόν, να παραχωρήσουν εκτάσεις για να γίνουν πλημμυρικά πεδία, προτιμούν τα «σκληρά έργα» που ορθώνουν τείχη και αναχώματα στο ήδη εγκιβωτισμένο ρέμα. Κυρίως, δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι φυσικές καταστάσεις όπως η περιστασιακή κατάκλυση εκτάσεων με νερό ή οι ακάλυπτες επιφάνειες μέσα σε πόλεις δεν είναι αναγκαστικά πρόβλημα αλλά, αντίθετα, μπορεί να είναι πολλαπλά χρήσιμες.  

Ωστόσο, η πιο κρίσιμη δοκιμασία για τα Πράσινα Έργα είναι η στιγμή της ενσωμάτωσής τους στο «σύστημα». Τα εξοικειωμένα στα «Σκληρά Έργα» κέντρα εξουσίας και μελετητικών και εργολαβικών ομίλων αμέσως θα ανταποκριθούν στην ύπαρξη σοβαρών κονδυλίων για Πράσινα Έργα. Ωστόσο, εκείνη τη στιγμή υπάρχει κίνδυνος να υιοθετήσουν μόνο τον τίτλο (όπως τώρα βαφτίζουν έργα για δρόμους και πλατείες ως «περιβαλλοντικά») ή μόνο εύκολες δράσεις βιτρίνας (π.χ. ανάπτυξη πράσινων υποδομών εκεί όπου «δεν υπάρχουν αντιδράσεις» και όχι εκεί που η επιστήμη επιβάλει) ή, τέλος, να επιλέξουν τις εργασίες που τους βολεύουν (π.χ. χωματουργικά) και όχι το σύνολο των καινοτόμων παρεμβάσεων που απαιτούνται.  Κλασσικό παράδειγμα αλλοίωσης ενός Πράσινου Έργου είναι η ανασύσταση της Κάρλας, η οποία κατέληξε ένας δυσλειτουργικός ταμιευτήρας αντί για πολυλειτουργικός υγρότοπος. Η εστίαση στο ατελείωτο ανάχωμα παραμέλησε κρίσιμες παραμέτρους - ιδίως την πρόβλεψη εκτεταμένων ρηχών εκτάσεων και φυσικής παρόχθιας βλάστησης. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα, μολονότι προτιμότερο από τα χέρσα χωράφια στων οποίων τη θέση δημιουργήθηκε, δεν μπορεί να επιτελέσει την θεμελιώδη λειτουργία του φυσικού καθαρισμού των νερών.

Καθώς δεν υπάρχει χρόνος και χρήματα για χάσιμο, επιβάλλεται ο ανοικτός δημόσιος διάλογος για την ενσωμάτωση των Πράσινων Έργων στον Εθνικό και Περιφερειακό σχεδιασμό.

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2017

Αλιευτικά καταφύγια σε “soft coasts”: Το «ξήλωμα» είναι η μόνη λύση!

Το αλιευτικό καταφύγιο στην περιοχή Κρυονέρι Δυτικά των εκβολών του Κράθη στον Κορινθιακό (σε στιγμή που φυσά ο κυρίαρχος άνεμος της περιοχής, ο ΒΔ - Μαΐστρος). Η  λανθασμένη επιλογή θέσης σημαίνει ότι το λιμανάκι λειτουργεί ως "παγίδα ιζημάτων" και συγκεντρώνει πάνω του την άμμο που φυσιολογικά θα  απλωνόταν σε όλη την ακτή. Αποτέλεσμα είναι να έχει δημιουργήσει μια (όντως, ωραία) παραλία στα Δυτικά του (αριστερά της διακεκομμένης γραμμής) και σοβαρή διάβρωση στα Ανατολικά του (από την περιοχή που δείχνει το βέλος μέχρι και μετά το ακρωτήριο στο βάθος)
Τα λιμανάκια που χτίζονται πάνω σε παραλίες με άμμο, χαλίκι, ιλύ κλπ.  προκαλούν σοβαρή διάβρωση ακτών και συνεχώς «στομώνουν» με φερτά υλικά και φύκια. Το τοπικό και περιορισμένο κοινωνικό-οικονομικό τους όφελος δεν μπορεί να συγκριθεί με τις τεράστιες ζημιές και την έκθεση σε κίνδυνο που προκαλούν αλλά και με το μεγάλο λειτουργικό κόστος. Η μόνη συμφέρουσα λύση είναι να τα διαλύσουμε και να επαναφέρουμε την παραλία στη φυσική της κατάσταση

Έχουμε πει πολλές φορές ότι για τη διάβρωση των ακτών ευθύνονται κυρίως δύο ανθρώπινες παρεμβάσεις: Πρώτη είναι οι επεμβάσεις στα ποτάμια και τα φράγματα που εμποδίζουν τα φερτά υλικά - το δομικό υλικό των ακτών- να φτάσουν στη θάλασσα (βλέπε  οι επεμβάσεις στα ποτάμια καταστρέφουν τις ακτές). Η δεύτερη είναι οι μόνιμες κατασκευές πάνω στις παραλίες με «μαλακό» υλικό, οι οποίες  λειτουργούν ως «παγίδες ιζημάτων» που συγκεντρώνουν γύρω τους φερτά υλικά, εμποδίζοντάς τα να μετακινηθούν και να αποτεθούν κατά μήκος των ακτών. Κάθε ανθρώπινη κατασκευή σε τέτοιες παραλίες (μικροί μόλοι, κρηπιδώματα από βράχους, φράκτες που φτάνουν «μέχρι το κύμα») προκαλεί ζημιά. Ωστόσο, οι πιο παράλογες από αυτές τις κατασκευές είναι τα μικρά λιμανάκια που κατασκευάστηκαν καταμεσής αμμουδιών και άλλων «soft coasts»...

Soft coasts και hard coasts  
Το πρόβλημά μας εντοπίζεται στις παραλίες που έχουν διαμορφωθεί από χαλαρά ιζήματα όπως άμμο, χαλίκι, βότσαλα, λάσπη κλπ. Αυτές είναι οι λεγόμενες ακτές μαλακών ιζημάτων, που αποτελούν το ένα τρίτο των ελληνικών ακτών (36%) και μαζί με τα επίσης «μαλακά» δέλτα ποταμών ξεπερνούν το 40% των ακτών της Ελλάδας.  Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε και τον εύστοχο όρο των A.T. Grove και Oliver Rakham [1], «soft coasts»-«μαλακές ακτές», για να τις ξεχωρίζουμε από τις «σκληρές ακτές», δηλαδή τις βραχώδεις . Η διαφορά είναι ουσιώδης: οι «μαλακές ακτές» είναι εύπλαστες και διαρκώς μεταβαλλόμενες, ενώ οι «βραχώδεις ακτές» είναι σταθερές και μόνιμες.
Σχηματική αναπαράσταση της παράκτιας στερεομεταφοράς με τα θαλάσσια ρεύματα (κίτρινα βέλη) και τη δράση των κυμάτων (μαύρα και κόκκινα βέλη) σε μια "μαλακή" ακτή. (Πηγή:https://www.slideshare.net/lorettar/coastal-processes).

Βασικό χαρακτηριστικών των μαλακών ακτών είναι η έντονη παράκτια στερεομεταφορά -μια κρίσιμη φυσική λειτουργία κατά την οποία η άμμος και τα άλλα δομικά υλικά «ταξιδεύουν» με τα θαλάσσια ρεύματα και «στρώνονται» κατά μήκος της ακτής. Χάρη σε αυτή τη διαδικασία, οι παραλίες είναι ένα δυναμικό σύστημα που συνεχώς φθείρεται και ανανεώνεται, καθώς τα κύματα και τα ρεύματα συνεχώς απομακρύνουν ιζήματα και φέρνουν νέα. Αυτές οι παραλίες μπορούν να αλλάζουν σχήμα ακόμη και από μέρα σε μέρα, μετά από έναν ισχυρό πλάγιο άνεμο που μεταφέρει σε νέα θέση χιλιάδες τόνους υλικού. Επιπλέον, οι παραλίες που βρίσκονται κοντά σε δέλτα ποταμών συνεχώς επεκτείνονται προς τη θάλασσα (με ρυθμό που μπορεί να φτάνει τις αρκετές δεκάδες μέτρα ανά αιώνα). Μια δυναμική κατεβασιά ακόμη και ενός μικρού χειμάρρου μετά από απότομη βροχή εύκολα δημιουργεί δεκάδες τετραγωνικά μέτρα «νέας γης» σε μια νύχτα (τα οποία, στη συνέχεια, θα στρωθούν με τα ρεύματα κατά μήκος της παραλίας). Με λίγα λόγια, τίποτα δεν είναι μόνιμο στις «μαλακές ακτές».

Αντίθετα, οι βραχώδεις ακτές δεν αποτελούνται από φερτά υλικά (είναι οι ίδιες το βασικό πέτρωμα της περιοχής). Έτσι, παραμένουν σταθερές, διαμορφωμένες από την μακραίωνη γεωλογική διεργασία της κίνησης των τεκτονικών πλακών και τους σεισμούς. Μεγαλώνουν -για την ακρίβεια, ανυψώνονται- με ρυθμό χιλιοστών ή εκατοστών ανά αιώνα. Δηλαδή αλλάζουν τόσο αργά, ώστε για τα ανθρώπινα δεδομένα μένουν πρακτικά απαράλλαχτες.

Είναι προφανές ότι οι κατασκευές πάνω σε εύπλαστες παραλίες μαλακών ιζημάτων είναι έρμαιο των ασταθών συνθηκών και των γρήγορων αλλαγών, ενώ οι κατασκευές σε σταθερές ακτές μένουν ακλόνητες στο πέρασμα του χρόνου. Γι αυτό το λόγο, μέχρι σχετικά πρόσφατα, ήταν αδιανόητη η ύπαρξη λιμανιού σε «soft» ακτή. Η αυτονόητη επιλογή για λιμάνι ήσαν οι υπήνεμες θέσεις σε κάποιο φυσικό βραχώδη κόλπο ή, έστω, σε μια σταθερή βάση σε βραχώδη ή υπερυψωμένη ακτή.


Η εποχή των έργων στα soft coasts
... Και φτάσαμε στην εποχή κατά την οποία η εξέλιξη στον κατασκευαστικό τομέα έκανε εφικτά τα έργα πάνω σε αμμουδιές και άλλες «soft coasts». Παρά τις προειδοποιήσεις των γεωλόγων για την ανάγκη σοβαρών ακτομηχανικών μελετών, λιμάνια σε εκτεθειμένες και ανεμοδαρμένες «μαλακές ακτές» με έντονη στερεομεταφορά άρχισαν να εμφανίζονται χωρίς πρόβλεψη για τις επιπτώσεις  στη λειτουργία αυτών των ακτών.

Αυτή η προχειρότητα φάνηκε κυρίως με τη «νέα γενιά» μικρών αλιευτικών καταφυγίων (κυρίως) και μαρινών που άρχισαν να πληθαίνουν τη δεκαετία του ’90 (κυρίως με χρηματοδότηση από το περιβόητο Β’ Κ.Π.Σ.). Σίγουρα, πολλά λιμανάκια αποδείχτηκαν χρήσιμα και κατασκευάστηκαν σε παραδοσιακές, σταθερές θέσεις (συνήθως ήσαν παλιά ψαρο-λιμανάκια που ενισχύθηκαν). Αρκετές, όμως, κατασκευές ήσαν εντελώς νέες και χωροθετήθηκαν σε εντελώς αφύσικα για λιμάνι σημεία, εκεί όπου οι συνεχείς αμμουδιές (ή άλλες «soft coasts»)προηγουμένως εκτείνονταν αδιατάρακτες για χιλιόμετρα.
Απλή απόδοση του τι συμβαίνει σε μια "μαλακή" ακτή αν κατασκευάσουμε ένα τεχνητό εμπόδιο στην παράκτια μετακίνηση των ιζημάτων: το υλικό μαζεύεται από τη μια μεριά της κατασκευής και προκαλείται διάβρωση προς την μεριά της κατεύθυνσης του κυρίαρχου ανέμου και των θαλάσσιων ρευμάτων. (Πηγή: https://www.crd.bc.ca/education/our-environment/geology-processes/coastal-sediment). Σε περίπτωση που η ακτή είναι εκτεθειμένη σε περισσότερους ανέμους, υλικό μπορεί να μαζευτεί και από τις δύο μεριές και η διάβρωση να προκληθεί εκατέρωθεν του έργου στις γειτονικές παραλίες

Αυτά τα «νέα λιμενικά έργα» παρουσιάστηκαν ως ένας (ακόμη) θρίαμβος των μηχανικών και των εργολάβων επί των στοιχείων της φύσης. Ωστόσο, επανειλημμένα αποδείχτηκε ότι οι άσχετοι από ακτομηχανική κατασκευαστές αγνόησαν το βασικότερο: την έντονη παράκτια στερεομεταφορά. Έτσι, στην πραγματικότητα κατασκεύασαν τεράστια εμπόδια εκεί ακριβώς όπου τα υλικά «ταξίδευαν» με τα θαλάσσια ρεύματα ελεύθερα κατά μήκος της ακτής. Τα αλιευτικά τους καταφύγια έγιναν γιγάντιες «παγίδες ιζημάτων», που μαζεύουν γύρω τους άμμο, χαλίκι, ιλύ και άλλα δομικά υλικά της ακτής. Φυσικά, αυτά τα υλικά αφαιρέθηκαν από την υπόλοιπη ακτογραμμή, με άμεσο αποτέλεσμα τη διάβρωση των ακτών μέχρι και μερικά χιλιόμετρα μακριά από το λιμανάκι. Έτσι καταστρέφονται υποδομές, κτίσματα, καλλιέργειες, οικισμοί, η ίδια η ομαλή ζωή στις παραθαλάσσιες περιοχές και ο τουρισμός. Για τον ίδιο λόγο, τα λιμανάκια αυτά συνεχώς «στομώνουν» με άμμο και φύλλα ποσειδωνίας, συνήθως σε βαθμό που κάνει απαγορευτική τη χρήση τους για τα πιο μεγάλα σκάφη και απαιτεί τακτικό και πολυδάπανο καθαρισμό.

Παραδείγματα τέτοιων λιμενικών έργων υπάρχουν παντού στην Ελλάδα. Οι πιο θεαματικές περιπτώσεις βρίσκονται σε περιοχές με εκτενείς «soft» ή με έντονη στερεομεταφορά ακτές όπως ο Θερμαϊκός, τα παράλια του Θρακικού Πελάγους, η Δυτική Πελοπόννησος, ο Κορινθιακός. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα αλιευτικά καταφύγια συσσωρεύουν γύρω τους τεράστιες ποσότητες υλικών, «φρακάρουν» από άμμο, χαλίκι και φύκια και προκαλούν εντονότατη διάβρωση στις γειτονικές ακτές, ενώ σε μερικές περιπτώσεις αρχίζουν να διαλύονται τα ίδια (π.χ., αλιευτικό καταφύγιο στους Νέους Επιβάτες)[2].

Το αλιευτικό καταφύγιο Λεχαινών πέντε χρόνια μετά τα εγκαίνιά του και οκτώ μετά την έναρξη των έργων. Η ακτογραμμή πριν το έργο βρισκόταν μπροστά από τα σπίτια όπως στις διακεκομμένες γραμμές. Η γραμμή αριστερά του λιμανιού είναι 450+ μέτρα και η στεριά που έχει δημιουργηθεί έχει προχωρήσει τουλάχιστον 70 μ. κατά μήκος του αριστερού τμήματος του λιμανιού. Το εμβαδόν του (ορθογωνίου) τριγώνου από άμμο που έχουν μαζευτεί Νότια από το έργο είναι τουλάχιστον 15 στρέμματα, το υλικό των οποίων, υπό κανονικές συνθήκες, τα θαλάσσια ρεύματα θα έστρωναν στις παραλίες της Ηλείας βόρεια και νότια από το έργο. Όλος αυτός ο όγκος στερεού υλικού πλέον λείπει από τις παραλίες, οι οποίες ήδη υποφέρουν από έντονη διάβρωση. Επιπλέον, το λιμάνι έχει φρακάρει από τεράστιους όγκους άμμου και φύλλων ποσειδωνίας και πρακτικά αχρηστεύεται. 
Η παραλία δίπλα στο αλιευτικό καταφύγιο Λεχαινών, ένα χρόνο μετά τα εγκαίνιά του. Ήδη έχουν αρχίσει να συσσωρεύονται τόνοι από άμμο και φύλλα ποσειδωνίας. Η κανονική ακτογραμμή φαίνεται με κίτρινο.

Η ακτή λίγα χιλιόμετρα Βόρεια από το αλιευτικό καταφύγιο Λεχαινών επίσης ένα χρόνο μετά τα εγκαίνιά του (και περίπου τέσσερα μετά την έναρξη των έργων που έφραξαν την ακτή). Τα πρώτα σημάδια της διάβρωσης είναι εμφανή προς το δρόμο - δεν φαίνονται όμως τα μέτρα της παραλίας που έχουν χαθεί προς τη θάλασσα. Φαίνονται επίσης τα συνηθισμένα σπασμωδικά μέτρα αντιμετώπισης της διάβρωσης με μπάζα και πέτρες - που επιδεινώνουν το πρόβλημα αφού αποθέτουν επιπλέον "σκληρά" υλικά σε μια από τη φύση της "μαλακή" ακτή στην οποία φυσιολογικά δεν υπήρχε ούτε μια πέτρα. 

Οι επιπτώσεις από την κατασκευή αυτών των λιμανιών βιώνονται άμεσα. Για παράδειγμα, σε λιγότερο από 10 χρόνια λειτουργίας, το αλιευτικό Καταφύγιο Λεχαινών στην Ηλεία έχει δημιουργήσει γύρω του τουλάχιστον 25 στρέμματα νέας ακτής – τα υλικά της οποίας λείπουν από τις γειτονικές ακτές- και φρακάρει συνεχώς με δεκάδες τόνους φύλλων ποσειδωνίας. Το οικονομικό κόστος από τη διάβρωση που προκαλούν αυτά τα αλιευτικά καταφύγια είναι πολύ μεγάλο, αν αναλογιστούμε την απώλεια γης, την  απώλεια υποδομών, την πτώση αξίας ακινήτων και περιουσιών, την ακύρωση ή αποτυχία επενδύσεων, την απώλεια εισοδήματος από τουρισμό (στο Νομό Χανίων μόνο, το Πολυτεχνείο Κρήτης την υπολογίζει στα 2.000.000 € ετησίως). Σε αυτά τα κόστη πρέπει να προσθέσουμε τους αληθινούς κινδύνους που συνεπάγεται μια διαλυμένη ακτή για τις παραθαλάσσιες κοινότητες από την ανύψωση της στάθμης της θάλασσας και τα ακραία καιρικά φαινόμενα (για να μη μιλήσουμε για τα τσουνάμι[3]...), όπως και το κόστος από την υφαλμύρωση του παράκτιου υδροφόρου ορίζοντα – προβλήματα που επιδεινώνονται ραγδαία λόγω κλιματικής αλλαγής.
Το αλιευτικό καταφύγιο Πλαταμώνα. Παρατηρούμε τη συσσώρευση άμμου δίπλα από τις κατασκευές αλλά και, σταδιακά, μέσα στο λιμανάκι. Λίγο πιο Βόρεια βλέπουμε δύο "μπαστούνια" που κατασκευάστηκαν για να γλιτώσουν τα παράκτια σπίτια από τη διάβρωση. Με αυτού του είδους τα πρόχειρα έργα προστασίας της ακτής, το πρόβλημα απλά μεταφέρεται λίγο πιο πέρα και θα χρειάζονται συνεχώς νέα έργα σε έναν αγώνα χαμένο εκ των προτέρων. (Πηγή: https://panosz.wordpress.com/2008/02/04)
Ένας έμμεσος τρόπος να εκτιμήσουμε μέρος του κόστους των αλιευτικών καταφυγίων θα ήταν μέσω των δαπανών για τα έργα αποκατάστασης των ακτών που καταστρέφονται εξαιτίας τους. Μολονότι κάποιοι προτείνουν  φθηνές λύσεις, συχνά με «σκληρά» τεχνικά έργα, αυτές είναι περιορισμένης αποτελεσματικότητας ή (συνήθως) μεταθέτουν το πρόβλημα της διάβρωσης παραπέρα στην ίδια ακτή. Οι σοβαρές μελέτες και τα σοβαρά έργα αναφέρονται σε κόστη που φτάνουν σε εκατομμύρια ευρώ ανά χιλιόμετρο και με δράσεις που πρέπει περιοδικά να επαναλαμβάνονται. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει οριστική λύση όσο η αιτία του προβλήματος εξακολουθεί να υφίσταται. (Βλ. και προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Living with coastal erosion in Europe:Sediment and Space for Sustainability.)  

Το Αλιευτικό καταφύγιο Ασπροβάλτας έχει γεμίσει με άμμο, κάνοντας τη χρήση του από τους ψαράδες προβληματική. Από τη συσσωρευμένη άμμο (της οποίας προορισμός ήταν να απλωθεί στις γειτονικές παραλίες και όχι να εγκλωβιστεί μέσα στο λιμάνι) έχει πλέον δημιουργηθεί αμμουδιά  μέσα στο λιμάνι, εκεί όπου θα έπρεπε να "δένουν" σκάφη και  το βάθος να πλησιάζει τα 2 μέτρα. Τα περισσότερα αλιευτικά καταφύγια έχουν "μπαζωθεί "με  παρόμοιο φυσικό τρόπο λόγω της λανθασμένης χωροθέτησής τους, η οποία τα κάνει "παγίδες" των φερτών υλικών που η φύση μετακινεί κατά μήκος της ακτής με τα ρεύματα.  Φωτ. Αρης Χριστίδης 

 Η μόνη λύση
Το οικονομικό και «αναπτυξιακό» όφελος των αλιευτικών καταφυγίων σε ακτές μαλακών ιζημάτων είναι περιορισμένο. Δεν σχετίζονται με παραδοσιακές αλιευτικές κοινότητες (οι οποίες πάντα είχαν βάση σε κάποιο «σταθερό» λιμάνι) και εξυπηρετούν σχετικά λίγους πραγματικά επαγγελματίες ψαράδες. Καθώς το βάθος τους  ελαττώνεται σύντομα λόγω συσσώρευσης άμμου και φύλλων ποσειδωνίας, συχνά δεν μπορούν να φιλοξενήσουν ούτε μεγάλα αλιευτικά, ούτε τουριστικά σκάφη, ιστιοφόρα κ.λπ. Το πραγματικό ενδιαφέρον για τέτοια λιμανάκια σε «μαλακές» ακτές προέρχεται από παραθεριστές και περίοικους που βολεύονται «δένοντας» εκεί τις βάρκες τους και χρησιμοποιώντας τις «γλίστρες».  Πράγματι, αυτοί εξυπηρετούνται. Αρκεί, όμως, η μικρή ατομική εξυπηρέτηση για να δικαιολογήσει το κόστος που όλη η κοινωνία καλείται να πληρώσει, και μάλιστα άμεσα;

Σήμερα, που η προστασία των παράκτιων ζωνών θεωρείται στόχος ολοένα μεγαλύτερης προτεραιότητας, κυρίως εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής (βλ. και την πρόσφατη ημερίδα του ΤΕΕ για τη διάβρωση των ακτών) δεν μπορούμε να προκαλούμε καταστροφή ακτών για έργα περιορισμένης οικονομικής ή κοινωνικής σημασίας.

Αφού, λοιπόν, τα αλιευτικά καταφύγια σε «soft coasts» δεν φέρνουν ανάπτυξη και δεν δημιουργούν πλούτο (όπως τα κύρια εμπορικά ή επιβατικά  λιμάνια - κάτι που ίσως δικαιολογούσε κάποιο κόστος και προσέφερε πόρους για αποκατάσταση), και αφού συνήθως έχουν μεγάλο λειτουργικό κόστος, γιατί τα διατηρούμε; Η μόνη λογική λύση είναι η απομάκρυνσή τους. Δεν μιλάμε απλά για καταστροφή τους - αυτή θα συμβεί έτσι κι αλλιώς από τη φύση αν τα αφήσουμε χωρίς συντήρηση- αλλά για κατάργησή τους και απομάκρυνση όλων των ογκόλιθων και του τσιμέντου που εμποδίζουν το ταξίδι των ιζημάτων κατά μήκος της ακτής. Μιλάμε για πραγματική αποκατάσταση, να ξαναφέρουμε την παραλία όπως ήταν πριν!

Προφανώς οι αρχές (τοπικές, περιφερειακές ή κρατικές) δεν μπορούν να δεχτούν εύκολα την κατάργηση κάποιων αλιευτικών καταφυγίων. Οι πελατειακές σχέσεις, η αταλάντευτη εμμονή στην εξωτερίκευση του πραγματικού κόστους και η χαλαρή αίσθηση των «κοινών» σημαίνουν ότι πρώτα λογαριάζουν την εξυπηρέτηση μερικών ιδιοκτητών σκαφών και μετά την προστασία των ακτών.

Το αλιευτικό καταφύγιο στο Κρυονέρι στο Δυτικό Κορινθιακό, στην Αιγιάλεια (Δυτικά της Ακράτας - αυτό που φαίνεται στην αρχική φωτ.). Η (τονισμένη με κίτρινο) προβλήτα έχει παγιδεύσει μεγάλες ποσότητες άμμου αριστερά (Δυτικά) του λιμανιού και έχει προκαλέσει μεγάλη διάβρωση στα δεξιά (Ανατολικά). Επιπλέον, όπως φαίνεται και στη δορυφορική εικόνα, η είσοδος φράζεται συνεχώς από άμμο, ενώ το εσωτερικό του λιμανιού συγκεντρώνει μεγάλες ποσότητες φύλλων ποσειδωνίας (τα  υποθαλάσσια λιβάδια ποσειδωνίας φαίνονται με σκούρο χρώμα στο γειτονικό θαλάσσιο χώρο). Το έργο έχει κριθεί κατεδαφιστέο. Ο Δήμος Αιγιάλειας  πρέπει απλά να εφαρμόσει το νόμο και να μην προσπαθεί να το "νομιμοποιήσει".

Ευτυχώς, η απόφαση για κατάργηση αρκετών αλιευτικών καταφυγίων γίνεται πιο εύκολη διότι κάμποσα από αυτά (λέγεται ότι είναι τουλάχιστον 20 σε όλη την Ελλάδα) κατασκευάστηκαν έτσι κι αλλιώς παράνομα (συνήθως επειδή δεν ειχε καθοριστεί οριογραμμή του αιγιαλού και χερσαία λιμενική ζώνη) και υπάρχει γι αυτά εντολή κατεδάφισης. Άρα, οι Δήμαρχοι, που συνήθως είναι επιφορτισμένοι με αυτό το καθήκον, δεν χρειάζεται να λάβουν κάποια ριζοσπαστική πρωτοβουλία παρά απλά να εφαρμόσουν το νόμο. Το πρόβλημα που επικαλούνται σε αυτή την περίπτωση είναι το μεγάλο "κόστος κατεδάφισης". Πόροι, όμως, μπορεί να προβλεφθούν αν υπάρξει πολιτική βούληση.

Πρέπει, λοιπόν, η κατάργηση αλιευτικών καταφυγίων (αλλά και άλλων αποδεδειγμένα καταστροφικών έργων) να αποτελέσει συνειδητή πολιτική επιλογή. Εδώ βρίσκεται ο κρίσιμος ρόλος των επιστημονικών φορέων, για να κλονίσουν την θρησκόληπτη εμμονή στην «ιερή» υπόσταση κάθε ανθρώπινης κατασκευής. Κάθε ανθρώπινο έργο δεν είναι υποχρεωτικά ένα λιθαράκι στο οικοδόμημα της προόδου, αλλά μπορεί κάλλιστα να είναι αποτυχημένο, κακά σχεδιασμένο και επιζήμιο, και απλά να θέλει ξήλωμα και τίποτα άλλο (όχι επιδιόρθωση, βελτίωση, νέους περιβαλλοντικούς όρους κλπ.). Εν τω μεταξύ, είναι αυτονόητο ότι, ακόμη κι αν δεν είναι εφικτή η άμεση απομάκρυνση τους, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να νομιμοποιηθούν αυτά τα παράνομα έργα (άλλωστε, αυτό συνήθως απελευθερώνει πόρους για νέες επεμβάσεις και επιδείνωση της κατάστασης).



Η κατάργηση αλιευτικών καταφυγίων που καταστρέφουν ακτές και εκθέτουν σε κίνδυνο ολόκληρες κοινωνίες, η κατεδάφιση κτηρίων (αλλά και οικοδομικών τετραγώνων) για να φτιάξουμε πάρκα και βιώσιμες πόλεις, η επαναδημιουργία λιμνών που αποξηράνθηκαν χωρίς κανένα όφελος και η αποκατάσταση των πλημμυρικών πεδίων ποταμών για να προστατευθούμε από φονικές πλημμύρες (αλλά και για πολλές ακόμη «οικολογικές υπηρεσίες» βλ. οικολογική αποκατάσταση εσωτερικών υδάτων) είναι μερικά μόνο από τα έργα που έχουμε ανάγκη σήμερα. Δεν είναι μόνο ανάγκη επιβίωσης, αλλά και διέξοδος στον κατασκευαστικό τομέα, άρα και στην ίδια την οικονομία. Είναι τα «μεγάλα έργα» του μέλλοντος (βλ και τα πράσινα μεγάλα έργα).



[1] Στο μνημειώδες (παρά τις εμμονές του) έργο The Nature of Mediterranean Europe (Yale Univeristy Press, 2001), με το οποίο «άνοιξαν τα μάτια» πολλών για τη φύση της πατρίδας μας

[2] Καλή μελέτη περίπτωσης κακών λιμενικών έργων και ανάλογα κακών έργων «αποκατάστασης» είναι ο Θερμαϊκός. Άφθονο υλικό με αναφορές και φωτογραφίες μπορεί να αναζητηθεί στην «Καλύβα» https://panosz.wordpress.com, π.χ. η παρουσίαση του Μιχάλη Γκανά (με αφορμή τα έργα για το αεροδρόμιο).

[3] Τα τσουνάμι είναι μια πραγματικότητα που ανεύθυνα αγνοούν οι αρχές στον ελληνικό χώρο. Τσουνάμι παρόμοια με εκείνα του 1956 στο Αιγαίο και 1963 στον Κορινθιακό θα προκαλούσαν σήμερα βιβλικές καταστροφές και χιλιάδες θύματα αφού η ανθρώπινη δραστηριότητα και ο τουρισμός έχουν μεταφερθεί στις ακτές (ενώ εκείνα τα χρόνια ελάχιστοι δραστηριοποιούνταν κοντά στις ακτές). Μια διαβρωμένη παραλία δεν μπορεί να ελαττώσει την ορμή των νερών και, επιπλέον, κατά τις κρίσιμες στιγμές που υποχωρούν τα νερά πριν έρθει το κύμα, αυξάνει τον κίνδυνο παγίδευσης σε αυτήν και μειώνει την δυνατότητα έγκαιρης απόδρασης προς τα ενδότερα.

Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Οικολογική αποκατάσταση των εσωτερικών υδάτων: Νέα agenda για το δημόσιο διάλογο




[το παρακάτω κείμενο αποτέλεσε εισήγηση και δημοσιεύτηκε στα πρακτικά της ημερίδας του ΕΛΚΕΘΕ:  Η Οδηγία 2000/60 και η Προστασία των Εσωτερικών Υδάτων: Έρευνα και Προοπτικές, που έγινε υπό την αιγίδα του Υπ. περιβάλλοντος το Μάρτιο του 2015]

Εισαγωγή: η ώρα για μεγάλης κλίμακας οικολογική αποκατάσταση έφτασε
Η οικολογική αποκατάσταση εσωτερικών υδάτων, κυρίως η αποκατάσταση των πλημμυρικών πεδίων ποταμών και η ανασύσταση λιμνών και λιμνοθαλασσών που αποξηράνθηκαν, προσφέρει μερικά ή όλα από τα παρακάτω:
-          Αντιπλημμυρική προστασία
-          Καθαρισμό νερού
-          Εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα και επάρκεια γλυκού νερού
-          Προστασία του υγροφόρου ορίζοντα από την εισβολή θαλασσινού νερού
-          Βελτίωση μικροκλίματος
-   Δημιουργία πλούσιας και παραγωγικής γης, ιδανικής για βιώσιμη πρωτογενή παραγωγή (γεωργία,  κτηνοτροφία, αλιεία, δασοπονία κ.λπ.)
-     Αντιμετώπιση του σοβαρότατου προβλήματος της διάβρωσης των ακτών λόγω του φυσικού  απεγκλωβισμού τεράστιων ποσοτήτων φερτών υλικών προς τη θάλασσα.

Σε αυτά, φυσικά, πρέπει να προσθέσουμε την τεράστια αξία για τη βιοποικιλότητα, αλλά και την κοινωνική αξία της αποκατάστασης ιστορικών λιμνών και των πολιτιστικών και ιστορικών στοιχείων που χάθηκαν με τις βίαιες παρεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών.

Για αυτούς τους λόγους, η αποκατάσταση των υγροτοπικών συστημάτων θεωρείται μια ολοένα αυξανόμενη σε σημασία δράση, προβλέπεται από την  Οδηγία 2000/60 (που μιλά για επιστροφή στην καλή κατάσταση των ποταμών) και βρίσκει ολοένα περισσότερες προοπτικές χρηματοδότησης. Σε ολόκληρη την Ευρώπη παρατηρούμε μια θεαματική στροφή των μηχανικών, οι οποίοι αρχίζουν να σχεδιάζουν μαιάνδρους και καλαμιώνες αντί για ευθυγραμμισμένα κανάλια και φράγματα.


Παράδειγμα σχεδιαζόμενης αποκατάστασης πλημμυρικού πεδίου μεταφέροντας μακριά από το ποτάμι το υπάρχον ανάχωμα (από δίπλα στο ποτάμι, που βρίσκεται τώρα, μέχρι την κόκκινη γραμμή). Ένα τεράστιο έργο τέτοιας αποκατάστασης βρίσκεται σε εξέλιξη κατά μήκος του Δούναβη



Η έλλειψη  ωρίμανσης στην κοινωνία και την πολιτική
Παρά την ωρίμανση σε τεχνικό και επιστημονικό επίπεδο, στην Ελλάδα δεν υπάρχει αντίστοιχη ωρίμανση των έργων αποκατάστασης υγροτοπικών συστημάτων στον Εθνικό και Περιφερειακό Σχεδιασμό. Δεν γίνεται συζήτηση για τέτοια θέματα στη Βουλή, στα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια. Δεν υπάρχουν ανάλογα «αιτήματα» ούτε από την κοινωνία, ούτε, προφανώς, από τα ισχυρά πεδία πίεσης (π.χ. εργολάβοι).  

Αυτό ισχύει ιδίως για την αποκατάσταση των πλημμυρικών πεδίων[1]. Όσον αφορά την ανασύσταση λιμνών και λιμνοθαλασσών που αποξηράνθηκαν υπάρχει κάποια πρόοδος. Πρόκειται για ένα συνδυασμό επιστημονικής τεκμηρίωσης (π.χ. από το ΕΚΒΥ) και νοσταλγικής αποδοχής της ιδέας από μέρος της τοπικής κοινωνίας[2]. Η περίπτωση της ανασύστασης της Κάρλας, μολονότι δεν ήταν ορθή  οικολογική αποκατάσταση, αποτελεί μια χειροπιαστή απόδειξη προς το ευρύ κοινό της αποτυχίας της αποξήρανσης. Και αυτό είναι σημαντική πρόοδος! 

Τα έργα αποκατάστασης υγροτοπικών συστημάτων μπορεί να έρθουν σήμερα στο προσκήνιο αν αντιληφθούμε ότι βοηθούν στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και ότι μπορεί να γίνουν τα μελλοντικά «μεγάλα έργα» που θα δώσουν διέξοδο και στον κατασκευαστικό τομέα και, κατ’ επέκταση, στην οικονομία[3]. Ειδικά η αποκατάσταση των πλημμυρικών πεδίων των ποταμών γνωρίζει πανευρωπαϊκή αποδοχή τα τελευταία χρόνια ως απαραίτητο μέρος ενός ολοκληρωμένου αντιπλημμυρικού σχεδιασμού, ο οποίος οφείλει να αντιμετωπίσει συχνότερες και βιαιότερες πλημμύρες λόγω κλιματικής αλλαγής.


Η νέα agenda  για το δημόσιο διάλογο: αντιστρέφοντας το κλίμα
Χρειάζεται συστηματική καμπάνια και εκπαίδευση για να προβάλουμε τις αξίες της οικολογικής αποκατάστασης των εσωτερικών υδάτων και να εντάξουμε στο δημόσιο διάλογο την ωρίμανση των ανάλογων έργων. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας θα ήταν χρήσιμο να καλλιεργούμε συστηματικά μερικές κεντρικές ιδέες:

Α. Η οικολογική αποκατάσταση υγροτόπων είναι στρατηγική προτεραιότητα.
Το κέρδος από την αντιμετώπιση των πλημμυρών και της κλιματικής αλλαγής, την προστασία των ακτών από διάβρωση, τον καθαρισμό και την εξασφάλιση επάρκειας νερού είναι τεράστιο και προστίθεται στον μεγάλο στόχο της διατήρησης της βιοποικιλότητας και των φυσικών περιοχών. Επομένως, τα έργα για την ανασύσταση αποξηραμένων λιμνών και λιμνοθαλασσών και αποκατάστασης των πλημμυρικών πεδίων των ποταμών πρέπει να θεωρούνται στρατηγική επενδυτική επιλογή. Μπορούν να ενταχθούν σε ποικίλους στρατηγικούς στόχους (κλιματική αλλαγή, διαχείριση υδάτων, προστασία ακτών, προστασία άγριας ζωής) και έτσι να έχουν ποικίλες ή «πολυτομεακές και πολυταμειακές» πηγές χρηματοδότησης.

Β. Η οικολογική αποκατάσταση υγροτόπων αποτελεί σπουδαία προοπτική για τους μηχανικούς και για τα «μεγάλα έργα».
Η σοβαρή αποκατάσταση υγροτόπων συνήθως προϋποθέτει μεγάλα τεχνικά έργα (και αντίστοιχες μελέτες), όπως άρση ή/και κατασκευή νέων αναχωμάτων και φραγμάτων, τεράστιας έκτασης εκσκαφές, σειρά από φραγμούς, υδροφράκτες, γέφυρες, μετεγκατάσταση υποδομών, αναπροσαρμογή οδικού δικτύου, απαλλοτριώσεις, συν τα έργα που αφορούν αμιγώς στη βιοποικιλότητα όπως αποκατάσταση ειδικών οικοσυστημάτων (π.χ. παραποτάμια δάση). Οι μηχανικοί και οι πολιτικοί μπορούν, πλέον, να καταλάβουν ότι υπάρχουν μεγάλα έργα που δεν καταστρέφουν αλλά «δημιουργούν φύση». Που δεν εξαντλούν τους φυσικούς πόρους αλλά δημιουργούν φυσικούς πόρους όπως νερό, εύφορη γη, ασφαλείς ακτές κ.λπ.

Γ. Νέο αφήγημα για τις πλημμύρες: αξιοποιούμε, δεν αντιμαχόμαστε τις φυσικές λειτουργίες
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει πλέον την τεχνική δυνατότητα (και αυτοπεποίθηση!) να συμμαχήσει με τη φύση και να αξιοποιήσει τα φυσικά φαινόμενα αντί να προσπαθεί να τα υποτάξει. Είναι ζήτημα νοοτροπίας. Οι φυσικές πλημμύρες ήσαν μεν ένα περιοδικό πρόβλημα, αλλά ταυτόχρονα  ήσαν μέρος ενός ζωτικού φυσικού κύκλου δημιουργίας νέων παραγωγικών εδαφών και ακτών και εμπλουτισμού του υδροφόρου ορίζοντα. Γιατί να προσπαθούμε να περιορίσουμε τους ποταμούς σε στενά κανάλια με συνεχώς αυξανόμενο κόστος αντί να αποδεχτούμε αυτό τον κύκλο; Να μεταφέρουμε τα αναχώματα (έστω) μερικές εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα από τον ποταμό και να μετατρέψουμε την ενδιάμεση περιοχή σε μια πλούσια παραγωγική ζώνη! Με κατάλληλο σχεδιασμό, η γεωργία και η κτηνοτροφία μπορούν εύκολα να συνυπάρχουν με τον περιοδικό πλημμυρισμό για μερικές μέρες το χρόνο. Μόνο οι πολυετείς καλλιέργειες και οι μόνιμες εγκαταστάσεις θα πρέπει να λείψουν, αλλά θα κερδίσουμε πολύ περισσότερα (συν την ασφάλεια).

Ας πάρουμε για παράδειγμα την περιοχή του Έβρου. Αντί για συνεχείς καταστροφές από τη φυσική εκτόνωση του ποταμού στα παλιά πλημμυρικά του πεδία, μπορούμε απλά να αποφασίσουμε ότι επιθυμούμε αυτές τις «πλημμύρες». Θα έχουμε ποιοτική παραγωγή (χωρίς λιπάσματα και ζωοτροφές), άγρια φύση αλλά και δραστηριότητες όπως ψάρεμα, κυνήγι, αναψυχή. Φυσικά, μια τέτοια απόφαση προϋποθέτει τεράστια έργα μετατόπισης αναχωμάτων, μετεγκατάστασης υποδομών, υδροφρακτών, ανακατασκευής οδικού δικτύου, ωστόσο το βασικό σκεπτικό είναι απλό. Με κατάλληλη χρηματοδότηση μπορεί ένα τέτοιο σχέδιο να μπει σε σταδιακή εφαρμογή. 
Το βασικό "concept" αποκατάστασης πλημμυρικών πεδίων. I
A. Πριν την αποκατάσταση: Έχουμε αποτρέψει τη συχνή υπερχείλιση εγκλωβίζοντας το ποτάμι. Στο χώρο που  δήθεν"κερδίσαμε" αναπτύσσουμε μια σειρά από "συνηθισμένες" δραστηριότητες και πάντα υπό τον κίνδυνο, αντί για συχνές ενοχλητικές υπερχειλίσεις, να έχουμε μια πιο σπάνια αλλά μεγάλη και καταστροφική πλημμύρα 

Το βασικό "concept" αποκατάστασης πλημμυρικών πεδίων II.
B. Μετά την αποκατάσταση: Αποκαθιστώντας τα αρχικά πλημμυρικά πεδία, κερδίζουμε γη υψηλότατης παραγωγικότητας και πλήθος άλλων οικολογικών υπηρεσιών. Με μοναδικό περιορισμό την μη-ανάπτυξη μόνιμων υποδομών (που δεν χρειάζονται, άλλωστε, στην υψηλής παραγωγικότητας γη) έχουμε πολλαπλά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Απλά δεχόμαστε τις συχνές υπερχειλίσεις ως ένα φυσικό φαινόμενο που εμπλουτίζει τη γη με θρεπτικά συστατικά, ίζημα και νερό και δεν τις αποκαλούμε πλημμύρες.


Πρέπει να εντάξουμε αυτά τα μέτρα στον καθημερινό διάλογο ώστε σταδιακά να ωριμάζουν αλλά και για να διατηρήσουν τον οικολογικό τους προσανατολισμό όταν έρθει η ώρα της υλοποίησης[4]. Παράλληλα, οφείλουμε να αποτρέψουμε κάθε μόνιμη αλλαγή χρήσης σε «χαμένες» υγροτοπικές περιοχές (π.χ. μόνιμες εγκαταστάσεις σε αποξηραμένες λίμνες ή αποφάσεις οριοθέτησης ποταμών μέσα στα στενά σημερινά όρια) προκειμένου να αφήσουμε ανοιχτή τη δυνατότητα αποκατάστασής τους στο μέλλον.

Βιβλιογραφική αναφορά: Παπακωνσταντίνου, Κ.  2016. Οικολογική Αποκατάσταση των Εσωτερικών Υδάτων: Νέα agenda για το δημόσιο διάλογο. σελ. 58-60. Στο: Ζόγκαρης, Σ., Σκουλικίδης, Ν., Οικονόμου, Α.Ν., Μπόμπορη, Δ., Γκίνη, Μ., Στεργίου, Κ.Ι. (Επ.) Η Οδηγία 2000/60 και η Προστασία των Εσωτερικών Υδάτων: Έρευνα και Προοπτικές. ΙΘΑΒΙΠΕΥ, ΕΛΚΕΘΕ, Αθήνα, 70 σελ.




[1] Η έννοια του φυσικού πλημμυρικού πεδίου μπορεί να περιλαμβάνει πολύ μεγάλες εκτάσεις εκατέρωθεν του ποταμού, ιδίως όσο πλησιάζουμε στις εκβολές και στο (συνήθως «πρώην») «δέλτα». Όταν μιλάμε για αποκατάσταση, αυτή συνήθως αφορά μέρος αυτών των εκτάσεων.
[2] Δεν είναι τυχαίο ότι οι προτάσεις αφορούν σχεδόν αποκλειστικά πρόσφατες (μεταπολεμικές), μάλλον αποτυχημένες, αποξηράνσεις (Κάρλα, Αγουλινίτσα-Μουριά, Ξυνιάδα κ.λπ.),  για τις οποίες υπάρχουν περισσότερα στοιχεία και η μνήμη τους είναι πιο ζωντανή. 
[3] Γενικότερα, ο 21ος αιώνας μπορεί να γίνει «ο αιώνας της αποκατάστασης της φύσης», για να έρθουμε στα λόγια του E.O. Wilson
[4] Σε αντίθεση με την περίπτωση της Κάρλας, η οποία, στην πορεία άλλαξε σχεδιασμό και αντί για αποκατάσταση λίμνης καταλήξαμε σε έναν βαθύ ταμιευτήρα με πολλά προβλήματα διαχείρισης

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Περιβαλλοντικός λαϊκισμός

Όταν η «δράση για το περιβάλλον» χωρίς γνώση και κανόνες κάνει ζημιά στην άγρια φύση


Το «περιβάλλον» ως προβολή
H «προστασία του περιβάλλοντος», όπως κάθε δημοφιλής θέση ή τάση, συχνά γίνεται αντικείμενο λαϊκιστικής εκμετάλλευσης και δημαγωγίας (άλλοτε απλά για προβολή, άλλοτε για οικονομικό όφελος). Αυτό ίσως είναι το αναπόφευκτο τίμημα της επικράτησης μιας ιδέας που έπαψε να είναι περιθωριακή. Ωστόσο, ο λαϊκισμός, εστιάζοντας μόνο στο συναίσθημα, δημιουργεί δύο ειδών προβλήματα.

Πρώτον, βαυκαλίζει το κοινό με εντυπώσεις αντί για πράξεις. Για παράδειγμα, στη διαχείριση απορριμμάτων συχνά βλέπουμε δημοτικές και περιφερειακές αρχές, παράγοντες, φορείς και χορηγούς να εμμένουν σε «φιέστες» (π.χ. εκδηλώσεις ανακύκλωσης), ευφυείς καινοτομίες (π.χ. μηχανές που καταπίνουν αλουμινένια κουτιά) ή ελκυστικές πινακίδες και καθηλωτικά σποτ (π.χ., για το χρόνο αποδομής των απορριμμάτων ή για τα πλαστικά στους ωκεανούς) αντί να υλοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους για άμεση καθολική εφαρμογή της ανακύκλωσης με μέτρα όπως νομοθεσία, κανονισμούς καθαριότητας, υποδομές και υπεύθυνη, «πόρτα – πόρτα» εκπαίδευση των δημοτών σε κάθε Δήμο.

Το δεύτερο πρόβλημα με τον «περιβαλλοντικό λαϊκισμό» είναι ότι προάγει τον αυθορμητισμό και υποτιμά το ρόλο της λογικής και της επιστήμης. Έτσι, παραβλέπει τις επιπτώσεις που κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα έχει στη φύση. Η δήλωση «οικολογικής ευαισθησίας» θεωρείται αυτόχρημα «απαλλαγή περιβαλλοντικών όρων» και συχνά οδηγεί σε δράσεις όχι απλά περιττές αλλά επιζήμιες.

Ο Περιβαλλοντικός λαϊκισμός κάνει ζημιά στην άγρια φύση.
Θα εξετάσουμε δύο παραδείγματα δημοφιλών περιβαλλοντικών δράσεων (που συχνά διοργανώνονται ως μαζικά «events», με συμμετοχή σχολείων, φορέων και εθελοντών) που μπορεί να έχουν αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις αν υλοποιηθούν χωρίς όρους. Αυτά είναι οι καθαρισμοί σε φυσικές περιοχές και οι δεντροφυτεύσεις καμένων περιοχών. Σίγουρα, αυτές δεν γίνονται μόνο για προβολή. Συχνά στοχεύουν ειλικρινά στο «να κάνουν κάτι για το περιβάλλον», να ενεργοποιήσουν αρχές και κοινωνία ή να εισάγουν μαθητές και νέους στην εθελοντική δράση.  Όσο, όμως, σπουδαίος και αν είναι ο στόχος, όταν αγνοούμε βασικά δεδομένα για την άγρια φύση ή εστιάζουμε μόνο στο θυμικό και στο συμβολισμό (με έμφαση στη δημοσιότητα ή τη μαζικότητα της συμμετοχής - αντιγράφοντας, δηλαδή, μεθόδους των λαϊκιστών) μπορεί να προκαλέσουμε πρόβλημα.

Α. Καθαρισμοί σε φυσικές περιοχές, ιδίως παραλίες και υγρότοπους. Αυτοί συχνά χάνουν ακόμη και τον οικολογικό συμβολισμό τους και απλά γίνονται το περιβαλλοντικό άλλοθι των υπευθύνων καθαριότητας της περιοχής (π.χ. Δήμος). Επίσης, στρεβλώνουν το νόημα του περιβαλλοντικού ακτιβισμού, φτάνοντας στο σημείο οι μαθητές να θεωρούν ότι στις εκδηλώσεις για το περιβάλλον (ειδικά την 5η Ιουνίου) «μαζεύουμε σκουπίδια». Ωστόσο, όπως είπαμε, εδώ μας απασχολούν τα λάθη στην υλοποίηση των καθαρισμών.
Καθαρισμός παραλίας στις εκβολές του ρέματος Ραφήνας. Ιούνιος 2017. Μια κυριολεκτικά καταστροφική επέμβαση λόγω της μεθόδου και της εποχής που έγινε. Φωτ. Χλόη Μαυρουδη.

Τα λάθη συμβαίνουν ιδίως στις παραλίες, οι οποίες αντιμετωπίζονται ως πλαζ και όχι ως οικοσυστήματα, ακόμη και όταν προστατεύονται επίσημα, π.χ. ως μέρος αμμόλοφων ή ως παραλιακό τμήμα υγροτόπων (συχνά και τα δύο). Επίσης, πολλοί αγνοούν ότι στις παραλίες σταθμεύουν ή φωλιάζουν κάποια απειλούμενα είδη πουλιών (απειλούμενα, ακριβώς επειδή ζουν σε παραλίες, στις οποίες κάποτε δεν πατούσε κανείς, ενώ σήμερα είναι πολύβουες πλαζ).

Όταν, λοιπόν, «καθαρίζουμε» μια φυσική περιοχή με λάθος τρόπο ή σε λάθος εποχή μπορεί να συμβούν τα εξής αρνητικά για τη φύση: 

1. Απομάκρυνση, εκτός των σκουπιδιών, και φυσικών στοιχείων που δεν ταιριάζουν με την ανθρώπινη «αισθητική», όπως ξύλα, πεσμένοι κορμοί, κλαδιά, σωροί από φύλλα ποσειδωνίας, καλάμια, ρίζες, μεγάλες πέτρες. Αυτά μπορεί να μην "αρέσουν" σε πολλούς, ωστόσο αποτελούν δομικό υλικό του οικοσυστήματος και προστατεύουν την ακτή από διάβρωση.

2. Καταστροφή φυσικής βλάστησης (θάμνοι, φρύγανα, πόες) είτε με ποδοπάτημα ή εκούσια, π.χ., για «αντιπυρική» προστασία. Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, έτσι καταστρέφεται ενδιαίτημα άγριας πανίδας, ιδίως ερπετών (των μεγάλων αδικημένων της ελληνικής φύσης).

3. Όχληση άγριων ζώων, ιδίως πουλιών, που τρέφονται ή ξεκουράζονται στις παραλίες.

4. Καταστροφή φωλιών και νεοσσών πουλιών που φωλιάζουν στο έδαφος (χαραδριοί, νανογλάρονα, νεροχελίδονα, κορυδαλλοί κλπ.) ή στις όχθες (πάπιες, φαλαρίδες, καλαμοκάναδες κλπ.) λόγω όχλησης, ποδοπατήματος ή απομάκρυνσης αντικειμένων που παρέχουν κάλυψη.

5. Απομάκρυνση «ξένων αντικειμένων» (π.χ. ρόδες, καφάσια, κομμάτια πλαστικού) που έχουν μείνει καιρό στη φύση και αποτελούν «μέρος του οικοσυστήματος» (π.χ. ως κάλυψη φωλιών, ως καταφύγιο ζώων που ξεχειμωνιάζουν ή κρύβονται από τον ήλιο, ως θέση ξεκούρασης). Σίγουρα, αυτά πρέπει, τελικά, να απομακρύνονται, όμως πρέπει να επιλεγεί προσεκτικά η στιγμή που θα γίνει αυτό.
Ποταμοσφυριχτής σε θέση αναπαραγωγής σε παραλία της Κρήτης. Όπως σε πολλά ακόμη είδη πουλιών, οι φωλιές βρίσκονται στο έδαφος και βασίζονται στην παραλλαγή για την προστασία τους. Κάθε υλικό στην εικόνα αποτελεί πλέον μέρος του ενδιαιτήματος του πουλιού και κάθε παρέμβαση θα θέσει το φώλιασμα σε κίνδυνο. Συμφωνούμε ότι το δοχείο από σπρέι και τα πλαστικά καλαμάκια (όχι τα κομμάτια από φυσικά καλάμια) που φαίνονται στην εικόνα πρέπει να απομακρυνθούν, όμως, αφού αυτό δεν έγινε ΠΡΙΝ ξεκινήσει το φώλιασμα (αρχές Απριλίου), πρέπει να περιμένουμε να γίνει ΜΕΤΑ το πέρας της αναπαραγωγής (κατά προτίμηση, μετά τα μέσα Σεπτεμβρίου).  Αν επιμείνουμε να καθαρίσουμε αυτό το σημείο κατά την περίοδο φωλιάσματος, θα υπάρξει καταστροφική όχληση, μπορεί να απομακρύνουμε κάποιο αντικείμενο που παρέχει ζωτική κάλυψη στην φωλιά ή στους νεοσσούς (απώλεια που που δεν μπορεί να αναπληρωθεί εν μέσω αναπαραγωγής) και υπάρχει πάντα και ο κίνδυνος από ποδοπάτημα. Φωτ. Μιχάλης Δρετάκης


Σωστά οργανωμένος καθαρισμός στην Αλυκή Αιγίου στα τέλη Σεπτεμβρίου


Η ίδια σκηνή, αν ελάμβανε χώρα, αντί για τέλη Σεπτεμβρίου, τον Ιούνιο, θα ισοδυναμούσε με τεράστια όχληση στα πουλιά που φώλιαζαν