Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Χωροθέτηση ΑΠΕ στην ήδη τροποποιημένη γη: η μόνη οικολογική λύση



Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας εξελίσσονται σε μια νέα μαζική χρήση γης που κάνει «εκμεταλλεύσιμες» πολλές από τις εκτάσεις που μέχρι τώρα ήταν απαλλαγμένες από επενδύσεις ή έντονες ανθρώπινες δραστηριότητες. Όμως αυτές ακριβώς είναι οι ακέραιες φυσικές περιοχές που παραμένουν πολύτιμες για την βιοποικιλότητα, η οποία ήδη ασφυκτιά από έλλειψη ζωτικού χώρου. Μοναδική σωτηρία είναι να χωροθετούνται οι ΑΠΕ κατά προτεραιότητα εκεί όπου ήδη υπάρχουν ανθρώπινες δραστηριότητες και όχι να καταλαμβάνουν άθικτες περιοχές.

Η παγκόσμια αγωνία για επιτάχυνση των μέτρων κατά της κλιματικής κρίσης, που εστιάζει στην απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, και η πολιτική επιλογή για επιτάχυνση της «ανάπτυξης» μέσω των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) αποτελούν ένα συνδυασμό κυριολεκτικά θανατηφόρο για την άγρια φύση: Αναζητώντας περιοχές ελκυστικές για τους επενδυτές, με γη άμεσα διαθέσιμη, χωρίς «ανταγωνιστικές» ανθρώπινες δραστηριότητες, καταλήγουν σε μαζικές (μικρές και μεγάλες) επενδύσεις σε φυσικές περιοχές που μέχρι τώρα δεν είχαν έντονη ανθρώπινη χρήση. Ωστόσο, ακριβώς γι αυτό τον λόγο, αυτές οι περιοχές είναι πολύτιμες για την βιοποικιλότητα και παρέχουν τις καλύτερες οικοσυστημικές λειτουργίες. Ο οικολογικός χωροταξικός σχεδιασμός για τις ΑΠΕ πρέπει να αντιστρέψει τις προτεραιότητες: οι ΑΠΕ πρέπει πρώτα να χωροθετούνται σε γη που ήδη έχει τροποποιηθεί και χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο για γεωργία, κατοικία, μεταφορές, βιομηχανία, τουρισμό κ.λπ. Μόνο έτσι, άλλωστε, αποτελούν και μέρος της κυκλικής οικονομίας. Οι παρθένες φυσικές περιοχές πρέπει να είναι η τελευταία επιλογή, αλλιώς οι ΑΠΕ θα καλύψουν τα τελευταία κενά που έμειναν στον χάρτη.

Όσοι υποστηρίζουν άκριτα τις ΑΠΕ, εστιάζοντας στο «ενεργειακό» μέρος της οικολογικής κρίσης, οφείλουν να αφήσουν το αστήρικτο «έτσι κι αλλιώς όλα θα χαθούν από την κλιματική αλλαγή" και να αντιληφθούν το σοβαρότατο πρόβλημα που προκύπτει για την βιοποικιλότητα. Μόνο έτσι ίσως επηρεάσουν το ισχύον πολιτικοοικονομικό σύστημα, το οποίο έτσι κι αλλιώς αναγνωρίζει μόνο τις επενδύσεις ως λύση σε οποιοδήποτε πρόβλημα και αναζητεί επιχειρηματικές ευκαιρίες σε κάθε κρίση.


Άγρια φύση απέμεινε όπου δεν υπήρχαν (έντονες) ανθρώπινες δραστηριότητες και υποδομές

Τι ζητούν τα άγρια ζώα για να επιλέξουν πού θα ζήσουν; Για παράδειγμα, τι ζητούν:

·Στα βουνά η αρκούδα, ο λύκος, ο λύγκας;

·Στις απομονωμένες νησίδες οι Φώκιες και τα θαλασσοπούλια;

·Στα δυσπρόσιτα και στενά σημεία των ποταμών η Βίδρα;

·Στις «περιθωριακές» γεωργικές εκτάσεις η Χαλκοκουρούνα, η Πετροτουρλίδα, η Γαλιάντρα, ο Λιβαδόκιρκος και άλλα σημαντικά «καμπίσια» πουλιά;

·Στις λοφώδεις περιοχές της Θράκης ο Μαυρόγυπας;

·Στα ορεινά δάση με απότομες δυσπρόσιτες πλαγιές ο Λευκονώτης Δρυοκολάπτης;


Ας μην βιαστούμε να απαντήσουμε «ζητούν κατάλληλο βιότοπο». Διότι:

·Οι αρκούδες, οι λύκοι και οι λύγκες κάποτε είχαν καλύτερο βιότοπο σε πεδινές περιοχές με άφθονη τροφή.

·Οι φώκιες κάποτε ζούσαν στις άνετες αμμουδιές των μεγάλων νησιών και όχι σε σπηλιές στις νησίδες (όπου αρκετά μωρά φωκάκια χάνονται με την θαλασσοταραχή κάθε φθινόπωρο) - επίσης τα θαλασσοπούλια φώλιαζαν άνετα στα μεγάλα νησιά αφού απουσίαζαν από εκεί τα χερσαία σαρκοφάγα.

·Η Βίδρα κάποτε ήταν πιο κοινή στα πεδινά ποτάμια με τα πολλά ψάρια.

·Οι αριθμοί και η ποικιλία των  «καμπίσιων» πουλιών κάποτε ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι στις μεγάλες πεδιάδες – μαζί, φυσικά, με τεράστιους αριθμούς από άγρια φυτοφάγα και σαρκοφάγα ζώα και ποικιλία ενδιαιτημάτων. 

·Ο Μαυρόγυπας κάποτε ήταν διαδεδομένος σε πολλές πεδινές και ημιορεινές περιοχές με αραιά δάση και άφθονα κοπάδια φυτοφάγων ζώων.

·Ο Λευκονώτης απλά θέλει άφθονα γέρικα και νεκρά δέντρα για να βρίσκει άφθονα ξυλοφάγα έντομα – όχι απότομες κλίσεις εδάφους.        

Γιατί, λοιπόν, αυτά τα είδη κατέληξαν να ζουν εκεί που τα βρίσκουμε σήμερα; Η απάντηση είναι απλή: Ζουν εκεί που οι ανθρώπινες δραστηριότητες και «υποδομές» είναι περιορισμένες. Ειδικά για τα μεγάλα θηλαστικά και αρπακτικά πουλιά, τα οποία έχουν ανάγκη όχι απλά από «ήσυχες γωνιές» αλλά από μεγάλες αδιαίρετες εκτάσεις, η σημερινή κατανομή τους δεν ακολουθεί κάποιο ενδιαίτημα αλλά ταυτίζεται με την απουσία ανθρώπινων δραστηριοτήτων

 ·Μόνο στις μεγάλες οροσειρές βρίσκουν οι αρκούδες, οι λύκοι και (ιδίως) οι λύγκες ακέραιες εκτάσεις εκατοντάδων τετραγωνικών  χιλιομέτρων.
·Μόνο στις νησίδες βρίσκουν οι φώκιες και τα θαλασσοπούλια ασφάλεια και ησυχία χωρίς λιμάνια, ανθρώπους, φώτα και σαρκοφάγα κατοικίδια (σκύλοι, γάτες – συνοπτικά για την μοναδική αξία των ακατοίκητων νησίδων βλ. "Πριν την Εδέμ").
·Μόνο στις απόμακρες κοιλάδες βρίσκουν οι Βίδρες ησυχία και ασφαλείς όχθες
·Μόνο στις περιθωριακές γεωργικές εκτάσεις, χωρίς αναδασμούς, χημικά και μηχανές βρίσκουν τα καμπίσια πουλιά το παραδοσιακό ποικιλόμορφο αγροτικό τοπίο.
·Μόνο στην Θράκη, ειδικά γύρω από την Δαδιά, βρίσκουν οι Μαυρόγυπες τέτοια ακέραιη έκταση χαμηλού υψομέτρου χωρίς πυλώνες, καλώδια, δρόμους, χωριά και με κυρίαρχες τις χαμηλής έντασης παραδοσιακές ανθρώπινες χρήσεις (γεωργία, κτηνοτροφία, δασοπονία).
·Μόνο στις απότομες πλαγιές χωρίς δρόμους – εκεί που δεν φτάνουν οι υλοτόμοι-βρίσκει ο Λευκονώτης πολλά παλιά και γέρικα δέντρα.

·         
Σύγχρονες (σκούρο κόκκινο= τακτική, πορτοκαλί= σποραδική) και αρχικές (γκρι) κατανομές του Λύγκα, του Λύκου και της Αρκούδας στην Ευρώπη. Βλέπουμε ότι και τα τρία είδη αρχικά ζούσαν πρακτικά σε όλη την έκταση της Ευρωπαϊκής ηπείρου προτού ο άνθρωπος μετατρέψει εντελώς το περιβάλλον της (επίσης τότε ζούσαν και άλλα είδη σαρκοφάγων, όπως λιοντάρια και ύαινες, τα οποία εξαφανίστηκαν ολοκληρωτικά). Η σημερινή κατανομή αυτών των ειδών πρακτικά ταυτίζεται με τις ορεινές περιοχές στο Νότο και τις αραιοκατοικημένες περιοχές του Βορρά. Το κρίσιμο για την επιβίωσή τους στοιχείο δεν είναι κάποιος τύπος ενδιαιτήματος αλλά απλώς η απουσία ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Πηγή:  ΄https://www.researchgate.net/publication/319652928_

Πρέπει να καταλάβουμε ότι σήμερα σημαντικές φυσικές περιοχές είναι οι περιοχές που δεν «αξιοποίησε» ο άνθρωπος με τα μέχρι τώρα διαθέσιμα μέσα, στα πλαίσια των μέχρι τώρα δραστηριοτήτων του. Είναι ό,τι γλίτωσε μετά από 10.000 χρόνια συνεχούς ανθρώπινης επέκτασης, πρώτα με το τσεκούρι, την φωτιά, τον κασμά και το υνί και πιο πρόσφατα με τα μηχανικά μέσα[2]. Είναι οι υγρότοποι που δεν ήταν δυνατόν να αποξηρανθούν, η γη που δεν μπορούσε να καλλιεργηθεί ή να κατοικηθεί, τα δάση σε πολύ απότομες, βαλτώδεις ή άλλες περιοχές όπου δεν μπορούσαν να κοπούν εύκολα[3], οι ακτές και οι νησίδες που δεν κάνουν για λιμάνια ή τουρισμό, οι πηγές που ήταν ασύμφορο να εγκιβωτισθούν και γενικά κάθε αφιλόξενη και ακατάλληλη για τον άνθρωπο γη. Είναι επίσης, η γη που δεν στάθηκε δυνατό να αλλάξει μαζικά χρήση και διατηρεί τα παραδοσιακά, πλούσια σε βιοποικιλότητα αγροτοκτηνοτροφικά οικοσυστήματα με αγρανάπαυση, μικρούς κλήρους, φυτοφράκτες, αναβαθμίδες, ξερολιθιές, σκόρπια δέντρα και, γενικά, παραδοσιακές «εκτατικές» χρήσεις γης (γεωργία, κτηνοτροφία, δασοπονία) στις οποίες έχουν προσαρμοσθεί πολλά από τα πιο μικρόσωμα ζώα, ασπόνδυλα και σημαντικό μέρος της άγριας χλωρίδας[4]

Στην πράξη, τα μέρη που απέφυγαν την «μετατροπή» από τον άνθρωπο χαρακτηρίζονται από μεγάλα υψόμετρα, χαμηλά εδάφη με δύσκολη ή αδύνατη αποστράγγιση, δύσκολη πρόσβαση, απότομες κλίσεις, βραχώδες έδαφος, έλλειψη νερού (ή, γενικά, ασύμφορη άρδευση), ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες (π.χ. μεγάλη αλατότητα, παθογόνοι μικροοργανισμοί), αφιλόξενο κλίμα, έλλειψη καταφυγίων, ακραίες καιρικές συνθήκες κ.λπ. Σε λίγες μόνο περιπτώσεις μπορεί να υπάρχουν κάποιες περιοχές «καλές» για τον άνθρωπο, οι οποίες «γλίτωσαν» ή επανάκαμψαν στην φυσική τους κατάσταση λόγω ιστορικών ή πολιτικών συγκυριών (παραμεθόριες περιοχές, ύφεση μετά από πολέμους, εκκλησιαστική ή βασιλική περιουσία που έτυχε να μείνει «εκτός χρήσης» κ.λπ.), πάντως πρόκειται για εξαιρέσεις.

Τα ίδια ισχύουν σε όλον τον κόσμο. Άγρια φύση απέμεινε μόνο εκεί που δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να δραστηριοποιηθεί έντονα ο άνθρωπος. Οι δήθεν απέραντες άθικτες περιοχές στις οποίες βλέπουμε (στα ντοκιμαντέρ) τις συγκλονιστικές εικόνες με μεγάλα κοπάδια από άγρια ζώα, π.χ. γκνου και ζέβρες στην Αφρική, καριμπού στην Αλάσκα, είναι πάντα περιοχές που δεν κάνουν για γεωργία, κτηνοτροφία και τακτική ανθρώπινη χρήση.



Συγκριτική "βιομάζα" άγριων ζώων και ανθρώπου πριν 10.000 χρόνια (στην αρχή του Ολοκαίνου) και σήμερα. Το 98% του συνολικού "βάρους" των ζωντανών σπονδυλωτών έχει αλλάξει και πλέον είναι κτηνοτροφικά ζώα και άνθρωποι. Πολλοί δυσκολεύονται να το πιστέψουν, όμως ακόμα και οι πιο εντυπωσιακές συγκεντρώσεις άγριων ζώων που βλέπουμε σήμερα (π.χ. στα Πάρκα της Ανατολικής Αφρικής) είναι ασήμαντες σε σχέση με τα δισεκατομμύρια μεγάλων άγριων ζώων που ζούσαν στην φύση πριν μετατρέψουμε τις περιοχές που ζούσαν σε "ανθρώπινο βιότοπο"

Συνεπώς, όταν έρχεται η ώρα της προστασίας και διαχείρισης των σημαντικών φυσικών περιοχών, ειδικά εκείνων που φιλοξενούν σπάνια και μεγαλόσωμα είδη πανίδας, πρέπει να θυμόμαστε ότι: 

Πρώτον αυτά είναι τα τελευταία φυσικά μέρη που απέμειναν και καμία περεταίρω υποβάθμιση και απώλεια δεν μπορεί να γίνει ανεκτή. Τα άγρια ζώα δεν έχουν πού αλλού να πάνε. 

Δεύτερον, προκειμένου να προστατεύσουμε και να διαχειριστούμε ορθά αυτές τις περιοχές, πρέπει να διαφυλάξουμε το σημαντικότερο χαρακτηριστικό τους: την περιορισμένη ανθρώπινη χρήση και τις περιορισμένες «υποδομές». Οι περιοχές αυτές πρέπει να μείνουν χωρίς (ή, έστω, με λίγους) δρόμους, καλώδια, φώτα, τσιμέντο, άσφαλτο, οικισμούς, φράκτες, κανάλια, αποθήκες, εργοστάσια, χημικά, οχήματα, πλεούμενα, αεροπλάνα, ελικόπτερα κ.ο.κ.


Και όταν, επιτέλους, φάνηκε ότι δεν υπάρχουν άλλα «καλά» μέρη για εκμετάλλευση…

Όταν, επιτέλους, ήρθε και η Νομοθεσία για να «κατοχυρώσει» τις σημαντικές φυσικές περιοχές που απέμειναν[6], για πρώτη φορά είχαμε τη βάσιμη ελπίδα ότι, επιτέλους, αυτές που γλίτωσαν θα μείνουν ήσυχες. Αφού από τη μία υπήρχε νομική προστασία και από την άλλη δεν υπήρχε σοβαρό επενδυτικό ενδιαφέρον, πιστέψαμε ότι, επιτέλους, τα απρόσιτα βουνά, οι ασβεστολιθικοί λόφοι, οι νησίδες, οι απρόσιτες κοιλάδες, η εκτατική γεωργική γη θα έμεναν στην ησυχία τους. Ακόμη πιο σημαντικό, στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση η προστασία της άγριας φύσης θεσπίστηκε όχι ως διατήρηση καλών δειγμάτων αλλά  ως Δίκτυο Προστατευόμενων Περιοχών -το περιβόητο Natura-2000. Η ακεραιότητα αυτού του Δικτύου, δηλαδή η αποτελεσματική προστασία άθικτων περιοχών και η βιώσιμη διαχείριση των μεταξύ τους εκτάσεων, είναι η βασική προϋπόθεση προστασίας της βιοποικιλότητας – προκειμένου να διατηρηθούν βιώσιμοι πληθυσμοί και εκτάσεις ικανές να διατηρήσουν λειτουργίες οικοσυστημάτων.


Μέσα σε αυτό το Δίκτυο δεν θα ανησυχούσαμε πια μήπως αποξηρανθεί ένας υγρότοπος ή μήπως «εξαφανιστεί από τον χάρτη» μια ολόκληρη περιοχή. Θα μπορούσαμε, επιτέλους, να ασχοληθούμε με την «διαχείριση» της φύσης (π.χ. βλάστηση, οικότοπους, ύδατα, εισβολικά είδη), την παρακολούθηση (monitoring!), τη διαχείριση δραστηριοτήτων (π.χ. επισκεπτών, «βοσκοϊκανότητας», συλλογής βοτάνων, αλιείας κ.λπ.), την φύλαξη (για κυνήγι, συλλογή άγριων φυτών ή ζώων, κάποια εκχέρσωση, κάποια διάνοιξη δρόμου σε μαντρί ή κεραία),την οικολογική γεωργία, τον ποιοτικό τουρισμό και προϊόντα και όλα εκείνα, τέλος πάντων, με τα οποία θα έπρεπε να ασχολούνται όσοι εμπλέκονται με τις προστατευόμενες περιοχές.

Και τότε….


… ήρθαν οι επενδύσεις ΑΠΕ

Κοινό χαρακτηριστικό όλων των ΑΠΕ είναι ότι μπορούν να «αξιοποιήσουν» γη που μέχρι τώρα δεν είχε αξία για κάτι άλλο. Φυσικά, μπορούν να αναπτυχθούν και σε ήδη τροποποιημένη γη, αλλά η μεγάλη επιχειρηματική ευκαιρία είναι η εκμετάλλευση νέων μεγάλων αδιαίρετων, συνήθως δημόσιων, εκτάσεων. Σε ένα παγκόσμιο επενδυτικό περιβάλλον που πλησίαζε στο αδιέξοδο, όσο συρρικνώνονταν οι φυσικοί πόροι και οι εκτάσεις προς επενδύσεις, αυτό ήταν τρομερό νέο! Δεκαετίες ολόκληρες είχε η οικονομία της αγοράς να βρει τέτοιο «πεδίον δόξης λαμπρό» για να απλωθεί. Σε αυτό το πρωτόγνωρα ελκυστικό επενδυτικό κλίμα προστέθηκε η επιδότηση της δραστηριότητας και το εγγυημένο κέρδος, με αποτέλεσμα να είναι επενδυτικά συμφέρουσες ακόμη και προτάσεις επιχειρηματικά καταδικασμένες σε μια ελεύθερη οικονομία (σε σχέση με το κόστος της επένδυσης ή και με τις αντικειμενικές δυνατότητες παραγωγής). Το δέλεαρ είναι πλέον ακαταμάχητο.

Έτσι, όταν ήρθε η ώρα χωροθέτησης των ΑΠΕ, ξεκίνησε ένα θανατηφόρο για την άγρια φύση γαϊτανάκι: 
Πολιτική πίεση για άμεση δράση ενώπιον κλιματικής κρίσης, άρα...
Άμεσες επενδύσεις, άρα ...
Άμεσα ελκυστικό τοπίο για επενδυτές, άρα ...
Χωροθέτηση εκεί όπου η γη είναι φθηνή και χωρίς ανταγωνισμό. 
Έτσι καταλήξαμε στον χωροταξικό σχεδιασμό του 2008:

-       - Τα Αιολικά σχεδιάζονται κατά προτεραιότητα σε απάτητες βουνοκορφές, λοφοσειρές και νησίδες.

-   - Τα Μικρά Υδροηλεκτρικά σχεδιάζονται κατά προτεραιότητα σε απρόσιτα μέχρι τώρα φαράγγια και ήσυχες απόμερες κοιλάδες.

-    - Οι καλλιέργειες «ενεργειακών φυτών»  σχεδιάζονται κατά προτεραιότητα σε «ξεχασμένες» περιοχές όπου προηγουμένως είχαμε αγρανάπαυση και παραδοσιακές ξερικές καλλιέργειες.

Μια περίοδος «ειρήνης» για την άγρια φύση πήρε απροσδόκητα τέλος. Εκατοντάδες ανέγγιχτες περιοχές μετατράπηκαν αυτόματα σε πεδίο μεγάλων επιχειρηματικών ευκαιριών και των συνεπακόλουθων κατασκευαστικών έργων (εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας, γραμμές μεταφοράς ρεύματος, δρόμοι, κτήρια και επιπλέον, στις νησίδες, λιμάνια, ελικοδρόμια, δεξαμενές νερού….).



Τι προκαλούν οι επενδύσεις ΑΠΕ στην άγρια φύση;

Οι επιπτώσεις στην άγρια ζωή από την κατασκευή και λειτουργία αυτών των έργων ΑΠΕ μπορούν να ταξινομηθούν ως εξής:

Α. Άμεση καταστροφή οικοσυστημάτων από τα έργα: εκβραχισμοί, τσιμεντόστρωση, κοπή δέντρων, καταστροφή βλάστησης κ.λπ.

Β. Οδική πρόσβαση σε μέχρι τώρα απρόσιτες περιοχές: σοβαρό και πολύ παραγνωρισμένο πρόβλημα το οποίο συνοψίζουμε στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Γ. Όχληση, εκτοπισμός και αποπροσανατολισμός άγριων ζώων από τα φώτα τη νύχτα (ολέθριες επιπτώσεις ιδίως στις νησίδες) και από τον θόρυβο

Δ. Άμεσοι θάνατοι από πρόσκρουση στις ανεμογεννήτριες (τεράστιο πρόβλημα για τα αρπακτικά πουλιά και τις νυχτερίδες), από αποπροσανατολισμό τη νύχτα από τα φώτα (ιδίως στις νησίδες) και από τις γραμμές μεταφοράς ρεύματος.

Ε. Διαταραχή της ροής των επιφανειακών νερών από τα μικρά υδροηλεκτρικά, από τους εκβραχισμούς (εκατομμύρια κυβικά απομακρύνονται από κάθε ορεινό όγκο λόγω διάνοιξης δρόμων και θεμελίωσης των ανεμογεννητριών) και το ίδιο το πυκνό οδικό δίκτυο σε ορεινές (και) ασβεστολιθικές περιοχές, το οποίο "χαρακώνει" την επιφάνεια και αλλάζει τον υδροκρίτη (πρόβλημα που μπορεί να έχει ποικίλες επιπτώσεις, από μείωση του εμπλουτισμού του υδροφόρου ορίζοντα μέχρι αύξηση της θολερότητας σε ορεινά ποτάμια – και αχρήστευσή τους για την πέστροφα- και αυξημένο κίνδυνο πλημμυρών [βλ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ])

Στ. Κατακερματισμός των ενδιαιτημάτων (από τα «τείχη» ανεμογεννητριών και φωτών, από το οδικό δίκτυο) και επιβάρυνση των συνθηκών ζωής, ειδικά για τα μεγαλόσωμα είδη θηλαστικών και πουλιών.


Οι ορεινοί δρόμοι που ανοίγονται για να εξυπηρετήσουν τα αιολικά πάρκα, εκτός από την καταστροφή ενδιαιτημάτων, αυξάνουν την πρόσβαση σε άλλοτε άθικτες περιοχές. Προτού κατασκευαστεί το αιολικό πάρκο σε αυτό το οροπέδιο του Παναχαϊκού, εμφανίζονταν μόνο περιστασιακοί κτηνοτρόφοι και ορειβάτες. Τώρα διέρχονται καθημερινά διάφοροι επισκέπτες.

Δρόμος που ανοίγεται σε μια μέχρι πριν απροσπέλαστη κοιλάδα για την δημιουργία μικρού υδροηλεκτρικού. Βλέπουμε τους εκβραχισμούς που προϋποθέτει κάθε έργο. Ας αναλογιστούμε ότι σε πολλά αιολικά παάρκα διανοίγονται αρκετές δεκάδες χιλιόμετρα τέτοιων δρόμων σε επικλινείς επριοχές. Φωτ. Σταμάτης Ζόγκαρης.

Όλα αυτά δεν πρέπει να τα εκτιμήσουμε με κριτήριο την γνωστή μας εξημερωμένη φύση που έχει συνηθίσει τα φώτα, τον θόρυβο, τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τα καλώδια, την όχληση και τον κατακερματισμό. Μιλάμε για ευαίσθητα οικοσυστήματα, που υπάρχουν ακριβώς λόγω της απουσίας υποδομών. Επίσης, μιλάμε για άγρια είδη ευαίσθητα, ολιγάριθμα, με χαμηλό ρυθμό αναπαραγωγής και χαμηλή φυσική θνησιμότητα – άρα ευάλωτα ακόμη και σε πολύ μικρές αλλαγές. Αυτά τα είδη καταστρέφουν (ειδικά) οι ΑΣΠΗΕ άμεσα, μέσω απευθείας θανάτων και απώλειας ενδιαιτήματος, και έμμεσα, μέσω υποβάθμισης των συνθηκών ζωής και χαμηλής αναπαραγωγικής επιτυχίας.

Το χειρότερο, όμως, βρίσκεται όχι στην κάθε περιοχή χωριστά, αλλά στις συνολικές αθροιστικές επιπτώσεις των έργων ΑΠΕ. Ακόμη και μικρές κατά τόπους επιπτώσεις αθροιζόμενες γίνονται θανατηφόρες και οδηγούν στην άμεση ή σταδιακή εξαφάνιση ειδών. Όσο γεμίζει ο χάρτης με τα έργα ΑΠΕ, βλέπουμε να δημιουργείται ένα πυκνό δίκτυο που απλώνεται στις πιο απομακρυσμένες και ανέγγιχτες περιοχές. Πρόκειται για ένα «καρκίνωμα» μέσα στον ιστό του Δικτύου των Προστατευόμενων Περιοχών, ένα «σαράκι» που διαλύει την ακεραιότητα και την συνοχή των οικοσυστημάτων και απειλεί ολόκληρους μεταπληθυσμούς

Χάρτης των υπό λειτουργία και υπό αδειοδότηση ΑΣΠΗΕ στην Ελλάδα. Στην ουσία ταυτίζονται με τις ορεινές και νησιωτικές άθικτες περιοχές της χώρας

Δεν γίνεται να μπαίνουν ΑΠΕ σε φυσικές περιοχές αλλά «με σεβασμό στο περιβάλλον»;

Το κύριο οικολογικό πρόβλημα από τις ΑΠΕ, η «άλωση» άθικτων περιοχών και η αλλοίωση της ακεραιότητας των Δικτύου Προστατευόμενων Περιοχών, δεν επιδέχεται αληθινού μετριασμού (για αυτό απαιτείται ένα ξεκαθάρισμα ζωνών a priori αποκλεισμού). Ωστόσο, πολλοί εξακολουθούν καλόπιστα να προσδοκούν ότι οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και η Ειδική Οικολογική Αξιολόγηση (ΕΟΑ) που συνοδεύει τα έργα σε προστατευόμενες περιοχές μπορούν να εντοπίσουν το πρόβλημα και να μετριάσουν τις επιπτώσεις επιβάλλοντας αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους και αλλαγές στον σχεδιασμό. Αυτοί οι καλόπιστοι υποστηρικτές των ΑΠΕ πρέπει να καταλάβουν ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει ούτε θεωρητικά ούτε στην πράξη: Θεωρητικά είναι αδύνατον να εκτιμηθούν οι αληθινές επιπτώσεις (μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες) όλων αυτών των έργων ΑΠΕ, ειδικά οι αθροιστικές. Στην πράξη, οι όποιες επιστημονικές αντιρρήσεις θάβονται κάτω από την πολιτική και επιχειρηματική πίεση υπέρ των επενδύσεων (ιδιαίτερα των «πράσινων επενδύσεων»). 

Όσον αφορά το αμιγώς επιστημονικό σκέλος, χρειάζονται χρόνια έρευνας, συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων, πανάκριβα μέσα (όπως η δορυφορική παρακολούθηση) και πολύ υψηλή επιστημονική επάρκεια ώστε να μπορεί να γίνει σύνθεση της συνολικής εικόνας και να τεκμηριωθούν οι συχνά μικρές (αλλά κρίσιμες) αλλαγές στις παραμέτρους αναπαραγωγής και επιβίωσης για τα ευαίσθητα είδη στα οποία αναφερόμαστε[1]. Με την υπάρχουσα χρηματοδότηση (από τον επενδυτή), τα περιορισμένα χρονικά πλαίσια, και την πληθώρα έργων, οι ΜΠΕ και ΕΟΑ είναι εντελώς αδύνατο να προβλέψουν τις προοπτικές επιβίωσης αυτών των ειδών – ειδικά τις ολέθριες επιπτώσεις από τη διάνοιξη οδικού δικτύου. Συνήθως περιορίζονται στην εκτίμηση πιθανότητας πρόσκρουσης και τον προσδιορισμό των πιο ευαίσθητων περιοχών κοντά στις φωλιές. Πάνω από όλα δεν υπάρχει εκτίμηση των αθροιστικών επιπτώσεων για το σύνολο των έργων ΑΠΕ σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές κάτι που απαιτεί ακόμη πιο ακριβές μακρόχρονες και λεπτομερείς έρευνες σε δίκτυα οικοσυστημάτων και μεταπληθυσμούς για τα οποία απουσιάζει βασική έρευνα[2].

Περιοχές που χρησιμοποιεί ο Μαυρόγυπας (όπως προκύπτουν από δορυφορική παρακολούθηση πουλιών με τοποθετημένους πομπούς από πρόγραμμα του WWF) σε σχέση με τις εγκατεστημένες ανεμογεννήτριες στην Θράκη. Βλέπουμε ότι πολλές ανεμογεννήτριες βρίσκονται σε περιοχές που χρησιμοποιεί έντονα το είδος (και πολλές ακόμη σχεδιάζονται). Ήδη υπάρχουν σκοτωμένα πουλιά και αν δεν αλλάξει η κατάσταση, η λειτουργία των αιολικών πάρκων θα είναι ο κυριότερος περιοριστικός παράγοντας στην επιβίωση του είδους.

Στην πράξη, ακόμη και εάν ο (αμειβόμενος από τον επενδυτή) ερευνητής καταφέρει να τεκμηριώσει πρόβλημα, δεν τολμά να προτείνει περικοπές σε σημείο που αυτές να ακυρώσουν κάποιο έργο. Η πίεση από τους επενδυτές και τους πολιτικούς παράγοντες τόσο στους μελετητές (τους οποίους αυτοί πληρώνουν) όσο και προς τα στελέχη των υπηρεσιών περιβάλλοντος σε Περιφέρειες, Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και ΥΠΕΝ είναι πολύ μεγάλη (συχνά η συμπεριφορά των "πράσινων" επενδυτών ΑΠΕ προκειμένου να εξασφαλίσουν τις αδειοδοτήσεις, δεν διαφέρει σε τίποτα από εκείνη άλλων «άγριων» επενδυτών που επιδιώκουν το ίδιο). Το να ακυρωθεί μια επένδυση «για μερικά Όρνια» ή ένα ζευγάρι Σπιζαετού, ειδικά, μάλιστα, όταν ο επενδυτής έχει ήδη ξοδέψει για μελέτες, φαντάζει σε αυτούς σαν αστείο. Έτσι βλέπουμε μελέτες να αποκρύβουν κρίσιμα ζητήματα ή, συνήθως, να καταλήγουν αυθαίρετα στο συμπέρασμα «μη σημαντικών» μέτριων επιπτώσεων ακόμη και εκεί όπου η ύπαρξη σοβαρού κινδύνου είναι εξόφθαλμα εμφανής. Έτσι, στην καλύτερη περίπτωση, οι ΜΠΕ και ΕΟΑ «κόβουν» μερικές ανεμογεννήτριες ή αλλάζουν την χάραξη ενός δρόμου. Ποτέ δεν έχουν προταθεί τόσο μεγάλες περικοπές και αυστηροί περιβαλλοντικοί όροι που να κάνουν το έργο ασύμφορο – πόσο μάλλον να απορριφθεί συλλήβδην ένα έργο ως περιβαλλοντικά απαράδεκτο. Για τους ίδιους λόγους, κατά την λειτουργία των έργων πολύ συχνά δεν τηρούνται περιβαλλοντικοί όροι – π.χ., εκείνος της οικολογικής παροχής από τα μικρά υδροηλεκτρικά.


Το πόσο ασύμμετρα υπέρ των επενδυτών είναι το κλίμα φαίνεται και από το ότι συχνά οι ίδιες ΜΠΕ και ΕΟΑ, οι οποίες υποτίθεται ότι εστιάζουν στο φυσικό περιβάλλον, ευθαρσώς επικαλούνται την «αναπτυξιακή» προοπτική των έργων και κρίνουν εξ αρχής ως κάτι θετικό την διάνοιξη δρόμων, την κατασκευή λιμανιών, την ύπαρξη φωτισμού, την αυξημένη ανθρώπινη χρήση. Δηλαδή δεν αποδέχονται defacto, αλλά βλέπουν θετικά  την αναγκαστική καταστροφή της φυσικότητας των προστατευόμενων περιοχών. Είναι φυσικό να το κάνουν αυτό οι επενδυτές[1], απαράδεκτο να το κάνουν οι μελετητές της ΜΠΕ και της ΕΟΑ. Εδώ εντοπίζεται και η πηγή της αγανάκτησης στα καταστροφικά έργα ΑΠΕ: ότι οι επενδυτές και οι πολιτικοί που τα εγκαινιάζουν δεν μιλούν, έστω, για μια αναπόφευκτη θυσία αλλά  διατυμπανίζουν το καλό που κάνουν στις περιοχές αυτές με τις «ευφυείς» επενδύσεις τους.[2] Σε άλλες περιπτώσεις, επενδυτές και μελετητές αφήνουν να εννοηθεί ότι η στόχευση στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής δίνει αυτόχρημα «οικολογικό πρόσημο» στο έργο και «απαλλαγή περιβαλλοντικών όρων» («το έργο γίνεται για το καλό του περιβάλλοντος και γι αυτό δεν έχει επιπτώσεις» έχουμε δει να γράφεται σε ΜΠΕ…) 

Επίσης, οι ΜΠΕ και ΕΟΑ συχνά προτείνουν μεθόδους μετριασμού επιπτώσεων που κάνουν περισσότερη ζημιά. Για παράδειγμα προτείνουν μεθόδους, όπως σειρήνες, που τρομάζουν και διώχνουν μακριά από τις ανεμογεννήτριες τα πουλιά ή τα αποτρέπουν από το να τραφούν κοντά σε αυτές. Η μέθοδος αυτή, μάλιστα, πλέον μπαίνει άκριτα στους Περιβαλλοντικούς Όρους ως μέσο μετριασμού των επιπτώσεων, προκαλώντας «από χέρι» εκτοπισμό των πουλιών και υποβάθμιση των ΖΕΠ. Σε άλλες περιπτώσεις προτείνονται και εφαρμόζονται μαζικές φυτεύσεις, συχνά με ξενικά είδη, αλλοιώνοντας ανοιχτές περιοχές κατάλληλες για αρπακτικά και με πλούσια μεσογειακή χλωρίδα. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις, οι μελετητές και επενδυτές «βολεύονται» εστιάζοντας μόνο στην πιθανότητα ατυχημάτων και στους τρόπους αποφυγής τους, χωρίς να «αγγίζουν» την συνολική υποβάθμιση των περιοχών, τον κατακερματισμό των ενδιαιτημάτων και τη διάλυση της συνοχής του Δικτύου. 


Ο οικολογικός διχασμός

Αφού κανένα έργο, όσο επιζήμιο κι αν είναι, δεν απορρίπτεται στην διάρκεια της θεσμοθετημένης αδειοδότησης, μοναδική λύση για να αποτραπούν κάποια έργα είναι ο ακτιβισμός, οι καταγγελίες και οι δικαστικές προσφυγές από τοπικούς φορείς και οικολογικές οργανώσεις που εστιάζουν στην προστασία της φύσης. Αυτοί συχνά κατηγορούνται περιφρονητικά ως ΝΙΜΒΥ (βλ. ΓΛΩΣΣΑΡΙ στο τέλος: Οι αιολικάδες, οι ΝΙΜΒΥ και οι ΙΜΒΥ).

Αυτή η κατάσταση φουντώνει ως ένα χάος προσφυγών και ακραίων αντιπαραθέσεων (αλλά και καθυστερήσεων στα έργα) και εμπεριέχει το σπέρμα ενός πραγματικού «οικολογικού διχασμού». Αυτό επιτείνεται από το γεγονός ότι το κεντρικό οικολογικό πρόβλημα που περιγράφουμε εδώ, η επέλαση του ανθρώπου σε άθικτες περιοχές κι η αλλοίωση της συνεκτικότητας – ακεραιότητας του Δικτύου των Προστατευόμενων Περιοχών, δεν επιδέχεται μετριασμό ούτε ενδιάμεσες συμβιβαστικές λύσεις και θέσεις. Από τη στιγμή που μια παρθένα περιοχή ανοίξει σε επενδύσεις, τα μέτρα «περιορισμού των επιπτώσεων» είναι συχνά χωρίς νόημα. Δεν υπάρχουν πολιτικά ορθές "ενδιάμεσες" θέσεις του τύπου «το έργο είναι προβληματικό, πρέπει να διορθωθεί». Είσαι υπέρ ή κατά.  

Αρχικά μπορούμε να πούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος του οικολογικού χώρου ήταν «γενικά υπέρ» και οι αντιδρώντες στις ΑΠΕ εμφανίζονταν ως «γραφικοί» ΝΙΜΒΥ. Καθώς όμως συνεχίζουν να εμφανίζονται απαράδεκτα έργα (π.χ. ΑΣΠΗΕ στην Μάνη στα Άγραφα, στα Ακαρνανικά, στην Θράκη και, το τρομερότερο όλων, στις ακατοίκητες νησίδες του Νότιου Αιγαίου) και καθώς αρχίζει να συμπληρώνεται το παζλ και να διαμορφώνεται η τελική εικόνα (π.χ. στην Καρυστία αλλά και, πλέον, σε ολόκληρη την ορεινή Ελλάδα), ολοένα περισσότεροι αλλάζουν άποψη. 

Η αλήθεια είναι ότι, με εξαίρεση εκείνους που από την αρχή τηρούν σταθερή «οριζόντια» στάση εστιάζοντας στην άγρια ζωή (π.χ. η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία), οι περισσότεροι αντιδρούν όταν οι «άγριες» επενδύσεις χτυπήσουν την δική τους πόρτα και πλήττουν το τοπίο, την παράδοση, την πολιτιστική τους κληρονομιά. Οι υποστηρικτές των ΑΠΕ θα πρέπει να σεβαστούν όλους αυτούς και να μην τους κατατάσσουν περιφρονητικά στους ΝΙΜΒΥ. Πρέπει να αφήσουν τους αφορισμούς του τύπου «εδώ δεν θέλετε, εκεί δεν θέλετε, πού, στην ευχή, θέλετε!» και να αντιληφθούν ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός είναι όντως πολύ προβληματικός. Αν ολοκληρωθούν τα έργα που σχεδιάζονται, το οικολογικό κίνημα θα διχαστεί αμετάκλητα - κανείς δεν πρόκειται να συγχωρήσει εκείνους που στήριξαν αυτό το τερατούργημα!


Μόνη η λύση η εξαίρεση περιοχών

Για να αποφύγουμε, λοιπόν:

-      -          Την καταστροφή των άθικτων περιοχών που απέμειναν και της ακεραιότητας του Δικτύου των Προστατευόμενων Περιοχών

-       -    Τον «οικολογικό διχασμό», αλλά και

-     -    Την άδικη ταλαιπωρία πολλών επενδυτών


… πρέπει ο νέος Χωροταξικός Σχεδιασμός να αλλάξει φιλοσοφία. Οι ΑΠΕ να μην χωροθετούνται στις φυσικές περιοχές ή, τουλάχιστον, να μην εγκρίνεται η χωροθέτησή τους εκεί αν δεν εξαντληθούν οι δυνατότητες εγκατάστασης σε ήδη τροποποιημένη γη. Υπάρχουν πολλές δυνατότητες σε γεωργικές περιοχές, κατά μήκος των εθνικών οδών, σε περιαστικές ζώνες, σε βιομηχανικές περιοχές, σε περιοχές που έμειναν μετά από εξορυκτικές δραστηριότητες. Από τη στιγμή, μάλιστα, που τις θέλουμε και ως επενδύσεις για την τόνωση της οικονομίας, μόνο η χωροθέτηση εντός περιοχών που ήδη χρησιμοποιούνται αποτελεί κυκλική οικονομία.

Μια άλλη πρόταση είναι να αποκλειστούν οι επενδύσεις ΑΠΕ μόνο από τις Προστατευόμενες Περιοχές (Natura-2000). Αυτό θα μπορούσε να είναι μια συμβιβαστική λύση, και επιτρέπει εγκαταστάσεις ΑΠΕ σε πολλές περιοχές. Έχει ωστόσο το μειονέκτημα ότι και οι ζώνες ανάμεσα στις Προστατευόμενες περιοχές έχουν αξία για την συνοχή του Δικτύου. Άλλωστε, πολλές εκτάσεις που είχαν προταθεί από την επιστημονική κοινότητα ως Natura-2000 τελικά έμειναν απέξω[1]. Μια λύση θα ήταν να γίνεται ΜΠΕ και ΕΟΑ γι αυτές τις εκτός Δικτύου περιοχές όπως γίνονται τώρα εντός των Προστατευόμενων Περιοχών.

Μια τελική «γραμμή άμυνας» είναι οι Ζώνες Αποκλεισμού που έχει προτείνει η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία - αφορούν κυρίως αποστάσεις ασφαλείας γύρω από φωλιές. Αυτό δεν αρκεί για να προστατέψει την ακεραιότητα του Δικτύου αλλά θα μπορούσε να εφαρμοστεί για περιοχές εκτός. Βέβαια, μακάρι να εφαρμόζονταν έστω και αυτές οι προδιαγραφές. Αν γινόταν αυτό, κανείς δεν θα τολμούσε να προτείνει το ανήκουστο έργο πάνω στις νησίδες του Νότιου Αιγαίου, με απόσταση ασφαλείας από τις αποικίες Μαυροπετρίτη μόλις τα 300 μέτρα!

Εκείνο που επίσης πρέπει οπωσδήποτε να θεσμοθετηθεί είναι η πρόβλεψη των αθροιστικών επιπτώσεων από όλα τα έργα ΑΠΕ μαζί. Αυτό ξεπερνά τις πραγματικές δυνατότητες της κάθε ΜΠΕ και ΕΟΑ που χρηματοδοτεί ο ίδιος ο επενδυτής. Πρέπει να χρηματοδοτούνται ανεξάρτητες μελέτες σε επίπεδο μεγαλύτερων γεωγραφικών περιοχών, π.χ. ανά Περιφέρεια ή (πιο επιστημονικά) ανά Ζωογεωγραφική περιοχή ή ανά κάθε διακριτό πληθυσμό (ή μεταπληθυσμό) ευαίσθητων ειδών (π.χ. μια συνολική εκτίμηση των επιπτώσεων όλων των σχεδιαζόμενων αιολικών πάρκων σε σχέση με τον πληθυσμό Όρνιων της Αιτωλοακαρνανίας /Στερεάς – έτσι δεν θα εγκρίνονταν ποτέ τα «Άγραφα»). Επίσης, αυτές οι μελέτες, που θα μπορούν να προτείνουν και σοβαρά αντισταθμιστικά μέτρα, θα πρέπει να πληρώνονται από ταμείο που θα επιβαρύνει τους επενδυτές (αλλά χωρίς να είναι αυτοί οι «εργοδότες» σε άμεση σχέση με τον μελετητή).

Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τις ΑΠΕ προβλέπει αξιολόγηση της μέχρι τώρα κατάστασης και των επιπτώσεων των ΑΠΕ στις περιοχές Natura και στο τοπίο (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I). Ωστόσο, δεν αποτελεί εχέγγυο για μια αποφασιστική στροφή (για παράδειγμα, εστιάζει στο πώς θα μετριασθούν οι επιπτώσεις σε κάθε περιοχή). Πρέπει σαφώς να δοθεί κατεύθυνση για αποκλεισμό ολόκληρων περιοχών και όχι ζωνών μέσα σε κάθε περιοχή.


Δηλαδή, να βάζουμε τις ΑΠΕ δίπλα μας;

Φυσικά, ΝΑΙ! Και αν είναι «οχλούσες», πάλι δίπλα μας πρέπει να τις βάλουμε. Η κλιματική αλλαγή είναι δικό μας πρόβλημα. Εμείς το δημιουργήσαμε και εμείς πρέπει να πληρώσουμε τις επιπτώσεις, όχι εκείνοι (η άγρια ζωή) που δεν φταίνε σε τίποτα. Φυσικά, τότε θα υπάρξουν πολλές αντιδράσεις από εκείνους που θα βλέπουν ανεμογεννήτριες από το παράθυρό τους. Ήρθε μάλλον η ώρα να αποκαλυφθούν οι πραγματικοί ΝΙΜΒΥ. Επίσης, τότε οι επενδύσεις ΑΠΕ ίσως να μην είναι και τόσο ελκυστικές αφού θα εγκαθίστανται σε πιο ακριβή γη. Ήρθε η ώρα να δούμε ποιοι πραγματικά θέλουν να βοηθήσουν τον πλανήτη ΓΗ και όχι απλά να εξυπηρετήσουν την επιχειρηματικότητα (βλ. ΓΛΩΣΣΑΡΙ στο τέλος).

Η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης δεν είναι ένα απλό ζήτημα. Η συνολική περιβαλλοντική κρίση αφορά απειλή αντίστοιχη με εκείνην ενός καταστροφικού πολέμου. Απαιτούνται γενναίες πολιτικές αποφάσεις - όπως ακριβώς ζητούν τα κινήματα (και εκφράστηκαν από την πολύ παραστατικά και δίκαια οργισμένη Greta Thunberg στην Συνέλευση του ΟΗΕ). Θα αποτελεί ιστορικό ατόπημα αν αντί για έναν γενναίο χωροταξικό σχεδιασμό για τις ΑΠΕ, αποκριθούμε επιταχύνοντας επενδύσεις στα φυσικά οικοσυστήματα. Αν δεν υπάρξει τώρα για αυτό το θέμα σοβαρή και εκτενής διαβούλευση και (γιατί όχι;) αναστάτωση, πότε θα υπάρξει; 


Η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης δεν είναι μεγαλύτερη προτεραιότητα από την προστασία της βιοποικιλότητας;

Η κλιματική αλλαγή είναι μια οδυνηρή πραγματικότητα. Αποτελεί, όμως, απάτη το να υπαινισσόμαστε ότι ήρθε ως «κεραυνός εν αιθρία» για να διαλύσει έναν αγγελικά πλασμένο κόσμο. Η πορεία μας ήταν έτσι κι αλλιώς καταστροφική και έπρεπε να αλλάξει. Δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να ανησυχούμε για την λειψυδρία λόγω κλιματικής αλλαγής όταν η παγκόσμια κατανάλωση νερού έχει ήδη τετραπλασιαστεί μέσα στον εικοστό αιώνα και η αύξηση συνεχίζεται. Ακόμη και αν αποτρέπαμε και αντιστρέφαμε την κλιματική αλλαγή, ο «εφιάλτης της λειψυδρίας» θα έρθει αν δεν αλλάξουμε ριζικά την διαχείριση του νερού, δεν περιορίσουμε την σπατάλη και δεν δούμε τις λίμνες, τις πηγές και τα ποτάμια ως οικοσυστήματα και όχι μόνο ως «πόρους». 




Παγκόσμια κατανάλωση νερού (αστική, βιομηχανική, αγροτική) από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα. Με τέτοιους ρυθμούς αύξησης της κατανάλωσης το πρόβλημα της λειψυδρίας και του αδυσώπητου ανταγωνισμού για νερό είναι δεδομένο και ανεξάρτητο από την κλιματική αλλαγή. Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί σοβαρά μέτρα ορθής διαχείρισης και περιορισμού της σπατάλης. Δεν αφορούν τα πάντα την κλιματική αλλαγή. Πηγή:    http://www.waterpolitics.com/2012/12/15/the-global-water-crisis/


Ακόμη χειρότερα, ο πραγματικός εφιάλτης για τον πλανήτη – μη αντιστρέψιμος σε ορίζοντα εκατομμυρίων ετών- είναι η απώλεια της βιοποικιλότητας. Όταν μέσα σε μισό αιώνα ο άνθρωπος εξαφάνισε το 60% των πληθυσμών των άγριων ζώων, δεν έχουμε το δικαίωμα να εξαφανίσουμε και άλλα είδη και να καταστρέψουμε και άλλα οικοσυστήματα στο όνομα της κλιματικής αλλαγής. Πάντως (για οικονομία χώρου και από σεβασμό σε όσους ειλικρινά ανησυχούν) στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II αναλύουμε το επιχείρημα «έτσι κι αλλιώς η μεγαλύτερη απειλή για τη φύση είναι η κλιματική αλλαγή» (δεν είναι - τουλάχιστον έτσι διατυπωμένο) .

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο ΟΗΕ έχουν θέσει την απώλεια της βιοποικιλότητας ως άμεση απειλή για την επιβίωση της ανθρωπότητας που πρέπει να αντιμετωπιστεί ισότιμα και παράλληλα με την κλιματική αλλαγή. Όταν, δε, εστιάζουν στην κλιματική αλλαγή, πάλι αναγνωρίζουν ότι η βιοποικιλότητα, η υγεία και η ακεραιότητα των οικοσυστημάτων είναι η κύρια άμυνα του πλανήτη στην κλιματική κρίση [19]. Αυτό αφορά όχι μόνο παγκόσμια οριζόντιες οικοσυστημικές λειτουργίες όπως η απορρόφηση CO2 η παραγωγή τροφίμων, η επικονίαση αλλά και αναρίθμητες κατά τόπους λειτουργίες: Για παράδειγμα, τα ορεινά μεσογειακά δάση δροσίζουν το "τοπικό" κλίμα και διατηρούν το χιόνι εμπλουτίζοντας τον υδροφόρο ορίζοντα, η βλάστηση στα πρανή των λόφων εμπλουτίζει τον υδροφόρο και αποτρέπει τις πλημμύρες, οι παράκτιοι υγρότοποι και οι αμμόλοφοι προστατεύουν από την ανύψωση της στάθμης της θάλασσας και τα ακραία καιρικά φαινόμενα κ.λπ.

Όταν, λοιπόν, επιτρέπουμε να ανοίγουν δεκάδες χιλιόμετρα δρόμων μέσα από ελατοδάση της Νότιας Ελλάδας και πάνω σε εκτάσεις που κρατούν χιόνι το χειμώνα (αυτά, δηλαδή, που περιμένουμε να μας προστατέψουν όταν η θερμοκρασία ανεβεί κι άλλο) πρόκειται για κανονική αυτοκτονία.


Και η πράσινη ανάπτυξη;

Αν προσέξουμε τις ειδήσεις που αφορούν επενδύσεις ΑΠΕ, θα δούμε ότι περισσότερο είναι ειδήσεις του «οικονομικού – αναπτυξιακού» ρεπορτάζ και όχι του «οικολογικού». Οι ΑΠΕ παρουσιάζονται (από τα λεγόμενα "συστημικά ΜΜΕ") πρωτίστως ως «ανάπτυξη» και δευτερευόντως ως μέσο απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα. Αυτό δεν (πρέπει να) εκφράζει τον οικολογικό χώρο, ο οποίος πρώτος ναι μεν πρότεινε τις οικονομικά βιώσιμες δραστηριότητες "πράσινης" και "κυκλικής" οικονομίας, αλλά αυτό το έκανε ως ένα μέσο για να σωθεί ο πλανήτης, όχι ως αναπτυξιακό στόχο. Η «Πράσινη Οικονομία» πρέπει να παραμείνει μια «οικολογική στροφή» της ανθρωπότητας και όχι να παρουσιάζεται ως μια ευφυής «πράσινη απάντηση» στο αναπτυξιακό αδιέξοδο (όπως την βλέπει η οικονομία της αγοράς).

Οι ΑΠΕ μπορούν να φέρουν πραγματικά πολλές θέσεις εργασίας και να δώσουν και ώθηση στην οικονομία ιδίως αν είναι διασκορπισμένες και κοντά στον άνθρωπο (π.χ. φωτοβολταϊκά στις στέγες). Όταν όμως χρησιμοποιηθούν στον ανταγωνισμό για γρήγορη οικονομική διόγκωση, τότε καταλήγουμε στην σημερινή κατάσταση του να βάζουμε αιολικά και υδροηλεκτρικά όπου γίνεται πιο άμεσα και πιο κερδοφόρα.

Όταν μιλάμε, λοιπόν, για «πράσινη ανάπτυξη» πρέπει να διευκρινίζουμε (με εξίσου πηχυαίους τίτλους, όχι ως «υποσημείωση») ότι αυτή η ανάπτυξη δεν μπορεί να γίνει με τις μεθόδους και τους ρυθμούς τους οποίους επιθυμεί το σημερινό (εγκλωβισμένο, όντως, χωρίς αυτές) πολιτικοοικονομικό σύστημα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι. Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ και οι Προστατευόμενες Περιοχές 

Οι Προδιαγραφές για την αναθεώρηση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ (ΕΧΠ ΑΠΕ) περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τα εξής (αντιγράφουμε):

Κεφάλαιο 2.4. Αξιολόγηση της συμβολής του ΕΧΠ στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος

-          Αξιολόγηση των επιπτώσεων του ΕΧΠ ΑΠΕ στην προστασία και συνεκτικότητα του δικτύου Natura 2000 ως βασικού εργαλείου χωρικού σχεδιασμού για την προστασία της βιοποικιλότητας της χώρας.

-          Αξιολόγηση των επιπτώσεων του ΕΧΠ ΑΠΕ στις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας στην προστασία συγκεκριμένων ειδών χλωρίδας και πανίδας (π.χ. κόκκινα βιβλία), και της ορνιθοπανίδας

-          Αξιολόγηση της χωροθέτησης των ΑΠΕ βάσει κριτηρίων ευαισθησίας σε ό,τι αφορά ταπροστατευτέα αντικείμενα των περιοχών Natura 2000 προκειμένου οι αρμόδιες για την αδειοδότηση αρχές να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις κατά τις φάσεις αδειοδότησης των έργων (σημαντικά κενά γνώσης σε εθνικό - περιφερειακό επίπεδο - όπως οι μεταναστευτικές διαδρομές και στενωποί - είναι απαραίτητο να καλυφθούν επαρκώς, για να επιτρέψουν τεκμηριωμένο και αποτελεσματικό χωροταξικό σχεδιασμό και να διευκολυνθούν οι αποφάσεις των αρμόδιων υπηρεσιών και φορέων).

Κεφάλαιο 3.2 .Αξιολόγηση των χωρικών συγκεντρώσεων εγκαταστάσεων ΑΠΕ (ανά κατηγορία ΑΠΕ και σε συνδυασμό) που βρίσκονται εντός ή επηρεάζουν περιοχές Natura 2000. Διερεύνηση τάσεων ανάπτυξης βάσει σταθμών ΑΠΕ βάσει: αιτήσεων για χορήγηση άδειας παραγωγής / Αδειών Παραγωγής / ΑΕΠΟ-ΠΠΔ / προσφορών σύνδεσης / αδειών εγκατάστασης κλπ καθώς και εντοπισμός / ανάλυση περιπτώσεων οι οποίες ενδέχεται να επηρεάζουν την ακεραιότητα των προστατευόμενων στοιχείων του ευρωπαϊκού δικτύου Νatura 2000.

Κεφάλαιο 4. Αξιολόγηση των κατευθύνσεων σχετικά με τις ζώνες αποκλεισμού, με ιδιαίτερη έμφαση στην εφαρμογή του άρθρου 6 της Οδηγίας 92/43, σε ό,τι αφορά το δίκτυο Natura 2000 και τα προστατευόμενα είδη χλωρίδας, πανίδας και ορνιθοπανίδας. Ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη εναρμόνισης με την Εθνική στρατηγική Βιοποικιλότητας και την διατήρηση του δικτύου Natura 2000 ως εθνική προτεραιότητα και ευρωπαϊκή υποχρέωση της χώρας αλλά και την κατάλληλη ενσωμάτωση των ΑΠΕ σε αυτές.

-          Αξιολόγηση των κατευθύνσεων σχετικά με τις αποστάσεις και ειδικότερα από ευαίσθητες θέσεις και στοιχεία βιοποικιλότητας.

-          Αξιολόγηση των κατευθύνσεων σχετικά με την ένταξη των ΑΠΕ στο τοπίο.

Κεφάλαιο 5. Συνάφεια του ΕΧΠ ΑΠΕ με την στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα και τις Προστατευόμενες Περιοχές.

- Συνάφεια του ΕΧΠ ΑΠΕ με τα Προεδρικά Διατάγματα και τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες των Περιοχών Natura 2000.

Κεφάλαιο 6. Αξιολόγηση της εφαρμογής του υφιστάμενου ΕΧΠ - Ανάδειξη ανάγκης αναθεώρησης

- Αναφορά των διατάξεων της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας τις οποίες το υφιστάμενο ΕΧΠ θα πρέπει να ενσωματώσει με ιδιαίτερη αναφορά σε εκείνες που αφορούν στην προστασία του ευρωπαϊκού δικτύου Natura 2000 και τη Βιοποικιλότητα



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ «Οικολογικά» επιχειρήματα υπέρ των ΑΠΕ σε προστατευόμενες περιοχές

Όσοι υποστηρίζουν ότι οι επενδύσεις ΑΠΕ σε φυσικές περιοχές είναι ένα αναπόφευκτο τίμημα προκειμένου να αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή συχνά επικαλούνται δύο (φαινομενικά) βάσιμα επιχειρήματα:

Α. Οι ΑΠΕ πρέπει να μπαίνουν «εκεί που φυσάει»

Πρόκειται για το «δυνατό χαρτί» των επενδυτών διότι αυτοί διαθέτουν τα στοιχεία. Ωστόσο συχνά πρόκειται για αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Οι υποψήφιοι επενδυτές πρώτα εντοπίζουν μια βολική βουνοκορφή και διαθέσιμη κοιλάδα και μετά τοποθετούν τους σταθμούς μέτρησης, έχοντας προαποφασίσει τι επιθυμούν. Είναι απόλυτα λογικό ότι θα βρουν ικανή ροή αέρα η παροχή νερού, όταν μάλιστα βρίσκονται εντός γεωγραφικών ζωνών με ισχυρούς ανέμους ή μεγάλες κλίσεις. Κανείς δεν γνωρίζει αν το ίδιο θα ίσχυε και σε γειτονικές πεδινές ή αγροτικές περιοχές στις οποίες ο επενδυτής δεν θα επιθυμούσε να εμπλακεί. Για παράδειγμα, στην Σκύρο όλοι οι ΑΣΠΗΕ προβλέπονται στο πιο σημαντικό Νότιο ορεινό κομμάτι του νησιού, γύρω από το οποίο υπάρχει η μεγαλύτερη αποικία Μαυροπετρίτη στον κόσμο! Ωστόσο, στους γενικούς χάρτες με το αιολικό δυναμικό, Βόρειο και Νότιο νησί έχουν το ίδιο αιολικό δυναμικό. Γιατί λοιπόν να μην ταιριάζει για ΑΣΠΗΕ και το Βόρειο μέρος; Μα, είναι κατοικημένο! Αυτό ακριβώς πρέπει να αλλάξει.

Χάρτης της Σκύρου με τους προβλεπόμενους ΑΣΠΗΕ (από την σελίδα της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας). Παρατηρούμε ότι όλοι είναι συγκεντρωμένοι στο Νότιο, ορεινό και  πιο φυσικό τμήμα του νησιού, εκεί που βρίσκεται και η προστατευόμενη περιοχή του Δικτύου Natura-2000 (και στις ακτές η μεγαλύτερη αποικία Μαυροπετρίτη στον κόσμο). Είναι προφανές ότι η χωροθέτηση έγινε με κριτήριο το πού βρίσκονται μεγάλες ενιαίες αδιαίρετες εκτάσεις χωρίς ανταγωνιστικές χρήσης και όχι με το "πού φυσάει". Οι άνεμοι είναι ίδιοι και στο Βόρειο τμήμα του νησιού.

Πρέπει, λοιπόν, από ένα θεσμικό πλαίσιο κομμένο και ραμμένο αποκλειστικά στο πώς θα ελκύσει επενδυτές, να περάσουμε σε ένα πραγματικά «οικολογικό» ΕΧΠ το οποίο θα συνυπολογίζει όλες τις παραμέτρους και όλες τις πραγματικές εναλλακτικές λύσεις. Ένα σχέδιο που, συνυπολογίζοντας τις ολέθριες συνέπειες, θα στοχεύει στην χωροθέτηση ΑΠΕ και σε «δεύτερες» περιοχές προκειμένου να γλιτώσουμε τόσες καταστροφές. Άλλωστε, πολλά μέρη της Ευρώπης με πολύ αναπτυγμένα ΑΣΠΗΕ έχουν χαμηλότερο αιολικό δυναμικό από πολλά μέρη της Ελλάδας.


Β. Έτσι κι αλλιώς η μεγαλύτερη απειλή για την βιοποικιλότητα είναι η κλιματική αλλαγή

Το επιχείρημα αυτό, έτσι διατυπωμένο δεν ισχύει: όχι μόνο δεν είναι η υπ’ αριθμόν ένα απειλή, αλλά από μόνη της δεν είναι καν απειλή η κλιματική αλλαγή για την βιοποικιλότητα (σε αντίθεση με το τεράστιο πρόβλημα για τον σύγχρονο άνθρωπο και τις υποδομές του). Το κλίμα αλλάζει συνεχώς, όχι μόνο σε κλίμακα γεωλογικών αιώνων (δεν μιλάμε για εποχές των δεινοσαύρων, δηλαδή) αλλά και πολύ πιο πρόσφατα. Στο Πλειστόκαινο (τα τελευταία 2 εκατομμύρια χρόνια) η μέση θερμοκρασία ανεβοκατεβαίνει με διαδοχικές εποχές παγετώνων ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλονται θερμές περίοδοι (και με πολλά ακόμη μικρότερα σκαμπανεβάσματα, όπου πολύ σύντομα θερμά ή ψυχρά «ιντερλούδια» παρεμβάλλονταν σε, αντίστοιχα, υγρές ή θερμές φάσεις). Σε μια τέτοια θερμή περίοδο ζούμε σήμερα, ανάμεσα στην προηγούμενη παγετώδη περίοδο, η οποία τελείωσε πριν 12.000 χρόνια, και στην επόμενη, η οποία (αν θεωρήσουμε ότι η σημερινή μεσοπαγετώδης περίοδος θα διαρκέσει περίπου όσο οι προηγούμενες) αναμένεται το πολύ σε λίγες χιλιάδες χρόνια. Σε τουλάχιστον μία προηγούμενη μεσοπαγετώδη περίοδο, περίπου πριν 125.000 χρόνια, η μέση θερμοκρασία του πλανήτη ήταν αισθητά μεγαλύτερη (τουλάχιστον 2Co, ίσως >4 Co) από την σημερινή, μεγαλύτερη από το «κακό σενάριο» που προβλέπεται στην κλιματική κρίση που βιώνουμε. Σε αυτή την (τελευταία) φάση του Πλειστόκαινου, ο παγκόσμιος χάρτης και όλα τα είδη πανίδας (συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου) και χλωρίδας ήταν τα ίδια ή παρόμοια με τα σημερινά (μείον όσα εξαφανίστηκαν). Δηλαδή όλα τα είδη που υπάρχουν σήμερα έχουν επιβιώσει σε μέσες θερμοκρασίες τόσο χαμηλότερες όσο και υψηλότερες από ό,τι σήμερα. Και ολόκληρη η σημερινή ακτογραμμή κάποιες περιόδους ήταν μακριά από την θάλασσα και κάποτε κάτω από το νερό. 



Η μέση θερμοκρασία της Γης τα τελευταία 800.000 χρόνια (εποχή παγετώνων), σε σχέση με την μέση σημερινή. Παρατηρούμε την συνεχή αλληλουχία παγετώνων και ενδιαμέσων θερμών περιόδων (αλλά και συνεχών μικρότερων σκαμπανεβασμάτων). Προσέχουμε ότι η μέση θερμοκρασία έχει ανέβει και σε υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα. Πηγή: http://www.dandebat.dk/eng-klima5.htm


Η μέση θερμοκρασία της Γης τα τελευταία 150.000 (ανώτερο Πλειστόκαινο) σε σχέση με την μέση σημερινή. Προσέχουμε ειδικά την μεσοπαγετώδη περίοδο πριν περίπου 125.000 χρόνια, όπου η μέση θερμοκρασία ανέβηκε μέχρι και 4 βαθμούς παραπάνω από την σημερινή. Όλα τα είδη ζώων και φυτών που ζούσαν τότε είναι τα ίδια ή παρόμοια με αυτά που γνωρίζουμε σήμερα (μείον όσα εξαφανίστηκαν). Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα για την άγρια φύση από την κλιματική αλλαγή, αλλά απλά ότι όλα τα σημερινά είδη πανίδας και χλωρίδας έχουν βιώσει θερμοκρασίες υψηλότερες από τις σημερινές. Πηγή: http://www.dandebat.dk/eng-klima5.htm

Το κλίμα αλλάζει και σε πολύ στενότερη χρονική κλίμακα. Στα τελευταία 10.000, το λεγόμενο Ολόκαινο, που αντιστοιχεί με την έκρηξη της ανθρώπινης επίδρασης στον πλανήτη, έχουμε αξιοπρόσεκτες μεταβολές και έχουν υπάρξει περίοδοι με κλίμα θερμότερο από ό,τι έχουμε συνηθίσει στην νεότερη ιστορία (η σημερινή κλιματική κρίση, βέβαια, τείνει να τα ξεπεράσει αυτά). Για παράδειγμα, η Γροιλανδία («πράσινη γη») ήταν πράσινη και καλλιεργήσιμη όταν την βρήκαν οι Βίκινγκς στην αρχή της δεύτερης χιλιετίας. Τότε το κλίμα ήταν ζεστό. Ακολούθησε η λεγόμενη «Μικρή Παγετώδης Περίοδος» με αισθητά πιο ψυχρό κλίμα μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα. Μετά άρχισε ξανά να ανεβαίνει η θερμοκρασία, ψύχρανε λιγάκι στα μέσα του 20ου αιώνα και πλέον, σήμερα, έχουμε πάρει την ανηφόρα, αυτή τη φορά για ανθρωπογενείς λόγους.  



Μέση θερμοκρασία στο Βόρειο Ημισφαίριο κατά το Ολόκαινο (τελευταία 10.000 χρόνια). Παρατηρούμε ότι μετά την απότομη άνοδο με το τέλος των παγετώνων, η θερμοκρασία εξακολουθεί να διακυμαίνεται με εναλλαγές σε θερμές και ψυχρές περιόδους Μετά την θερμή περίοδο του Μεσαίωνα (η Νότια Γροιλανδία ήταν όντως "πράσινη") ακολούθησε η λεγόμενη "Μικρή Παγετώδης Περίοδος (το Λονδίνο είχε χιόνι κάθε χειμώνα) και στη συνέχεια η θερμοκρασία ανέβηκε ξανά. 
Πηγή:  https://www.pinterest.com/pin/479703797808349046/?nic=1


Επίσης πολύ σημαντικό είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι αλλαγές αυτές ήταν πολύ γρήγορες και παρόμοιες σε ρυθμό με αυτές που βιώνουμε σήμερα. Σε ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα πριν περίπου 14.500 χρόνια, κατά το τέλος της προηγούμενης παγετώδους περιόδου, η παγκόσμια θερμοκρασία αναρριχήθηκε σε επίπεδα παρόμοια με τα σημερινά με φρενήρεις ρυθμούς (για να ξαναπέσει μετά πριν ανέβει ξανά…). Μετρήσεις στην Γροιλανδία δίνουν ενδείξεις για άνοδο μέχρι και 12 Co μέσα σε μόλις ένα αιώνα (!) και πιθανότατα (μικρότερες μεν αλλά) εντυπωσιακές αυξήσεις έλαβαν χώρα και σε άλλα γεωγραφικά πλάτη. Παρά τις πολλές ενδείξεις, κανείς δεν πίστευε αυτούς τους ρυθμούς μέχρι να έρθει η απόδειξη με την σύγχρονη ανάλυση στα στρώματα πάγου στους πόλους[1]. Αντίστοιχη ήταν και η άνοδος της στάθμης της θάλασσας (η οποία βρισκόταν 120 μέτρα κάτω από τα σημερινά επίπεδα μόλις 18.000 χρόνια πριν), η οποία ανέβαινε με ρυθμούς μεγαλύτερους από τους σημερινούς (μέχρι μισό εκατοστό ανά έτος) ενώ αναφέρεται και άνοδος έως και 10μ σε 800 χρόνια.[2] Επομένως δεν ευσταθεί ούτε το επιχείρημα ότι οι πολύ γρήγορες σημερινές αλλαγές είναι (από μόνες τους) πρόβλημα για την βιοποικιλότητα.

Σε αυτά τα σκαμπανεβάσματα η άγρια ζωή που δεν προσαρμοζόταν αντιδρούσε με τα ίδια μέσα: συρρίκνωση και επέκταση. Όταν το κλίμα γινόταν πιο θερμό, η βλάστηση της Κεντρικής Ευρώπης εποίκιζε βορειότερες περιοχές και ακολουθούσαν και τα είδη πανίδας. Η ανταπόκριση αυτή μπορούσε να είναι ταχύτατη, ειδικά σε κάποιες περιόδους στο τέλος του Πλειστοκαίνου, όπου κάποια «καιροσκοπικά» εύκρατα δασικά δέντρα (πεύκα, σημύδες, φουντουκιές) επεκτείνονταν προς τον Βορρά με ρυθμό ένα με δύο χιλιόμετρα ανά έτος. Ομοίως, τα είδη της αρκτικής επιβίωναν σε ψυχρούς «θύλακες» ακόμη πιο Βόρεια[1], τα είδη της Μεσογείου πήγαιναν προς την Κεντρική Ευρώπη κ.ο.κ. Σημαντικά καταφύγια δροσιάς ήταν (να το θυμόμαστε αυτό!) και τα βουνά της Νότιας Ευρώπης στα οποία έβρισκαν επίσης καταφύγιο τα πιο ψυχρόβια είδη (ακόμη και σήμερα υπάρχουν στα ελληνικά βουνά είδη φυτών και εντόμων - κατάλοιπα από την εποχή των παγετώνων). Όταν το κλίμα γινόταν ξανά ψυχρό, η αντίστροφη πορεία άρχιζε και πλέον τα «θερμόφιλα» είδη υποχωρούσαν προς καταφύγια με καλό κλίμα στο Νότο. Το ίδιο συνέβαινε με το ανεβοκατέβασμα της στάθμης της θάλασσας: τα δέλτα των ποταμών, οι λιμνοθάλασσες, τα παράκτια οικοσυστήματα πήγαιναν μπρος - πίσω, νησιά εξαφανίζονταν και εμφανίζονταν.

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αντιδρούσαν και οι ανθρώπινοι πληθυσμοί. Όταν ανέβηκε η στάθμη της θάλασσας, απλά οι απλές ανθρώπινες εγκαταστάσεις «τραβήχτηκαν πιο μέσα». Η κατάσταση εκείνη δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή, όπου μισό μέτρο ανόδου απειλεί τις  υποδομές και την παραγωγική γη με ζημιές αξίας τρισεκατομμυρίων. Γενικά, ο εφιάλτης της ραγδαίας κλιματικής επιδείνωσης για τον σύγχρονο πολιτισμό με τις αφύσικα διογκωμένες, πολύπλοκες και πανάκριβες υποδομές, κτηνοτροφία και γεωργία δεν αφορά (άμεσα) την άγρια ζωή. Τα οικοσυστήματα δεν φοβούνται άνοδο στάθμης, πλημμύρες, ξηρασίες, χαλάζι, φωτιές, ύφεση, οικονομικά κραχ, πόλεμο, προσφυγιά, ένδεια, εγκληματικότητα, ηθική ή κοινωνική κατάρρευση. Αν τα αφήσουμε ήσυχα, ξέρουν πώς θα αντιδράσουν, το έχουν κάνει τόσες φορές στο παρελθόν.


Οι θερμοκρασίες του Ολοκαίνου με σημείωση της ραγδαίας, ανθρωπογενούς αυτή την φορά, αύξησης στον 21ο αιώνα (στοιχεία 2016). Αυτή η κλιματική κρίση από μόνη της προκαλεί αυξανόμενη πίεση στα ενδιαιτήματα αλλά, κυρίως, προκαλεί ακόμη πιο αυξημένη ανθρώπινη πίεση στα ενδιαιτήματα και την βιοποικιλότητα γενικά.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μεγάλο πρόβλημα για την βιοποικιλότητα από την κλιματική αλλαγή: Δεν να αφήσουμε ήσυχα τα οικοσυστήματα και την άγρια ζωή. Συνεπώς, Μεγάλο πρόβλημα από την σημερινή κλιματική αλλαγή υπάρχει, αλλά είναι έμμεσο. Δεν είναι η κλιματική κρίση αλλά οι άνθρωποι, που δεν πρόκειται να αφήσουμε την άγρια φύση να αντιδράσει. Το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη είναι ήδη τροποποιημένο από τον άνθρωπο, γεμάτο εμπόδια στην μετακίνηση των ζώων (δρόμους, πόλεις, φράκτες, τείχη, τεχνητές λίμνες) και με τεράστιες αφιλόξενες εκτάσεις γεμάτες κινδύνους να παρεμβάλλονται μεταξύ των υπαρχόντων καταφυγίων άγριας ζωής. Έτσι έχει μειωθεί κατά πολύ ο φυσικός τρόπος αντίδρασης της άγριας ζωής, δηλαδή να εποικίζει περιοχές βορειότερα όσο θερμαίνεται το κλίμα. Επίσης, με την ανύψωση της στάθμης της θάλασσας ο άνθρωπος δεν θα επιτρέψει την απλή και φυσιολογική υποχώρηση των δέλτα και των παράκτιων υγροτόπων προς τα ενδότερα: Οι αρχές θα εγκρίνουν τεράστια κονδύλια για να «προστατέψουν» την γεωργική γη και τις εγκαταστάσεις.

Η δεύτερη μεγάλη απειλή από τον άνθρωπο προς τα οικοσυστήματα και την βιοποικιλότητα λόγω κλιματικής αλλαγής θα είναι ο αυξημένος ανταγωνισμός για πόρους ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης παγκόσμιας αστάθειας, ο οποίος θα οδηγήσει και στην χαλάρωση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Μεγάλη θα είναι η πίεση στους υδατικούς πόρους, απειλώντας τα πολύτιμα ενδημικά ψάρια του γλυκού νερού της Ελλάδας (διεκδικώντας το νερό όχι μόνο για την γεωργία, αλλά και για πισίνες), στην ξυλεία των δασών και στα πιο δροσερά ορεινά καταφύγια (να μην πούμε για το τι θα γίνει στην απελευθερωμένη από τους πάγους Αρκτική…). Γη και νερό που ανήκαν στη φύση θα διεκδικηθούν με επιθετικό τρόπο από τον άνθρωπο (αυτό, δηλαδή, που κάνουμε αυτή την στιγμή με τις ΑΠΕ). Σε αυτή τη φάση, όπου πανίδα, χλωρίδα και οικοσυστήματα θα είναι ευάλωτα, η αυξανόμενη ανθρώπινη πίεση (για πόρους αλλά ίσως και άμεσα με καταδίωξη) θα οδηγήσει είδη στον αφανισμό. Κάτι παρόμοιο έγινε και μετά το τέλος της τελευταίας εποχής των παγετώνων όταν πολλά μεγάλα είδη θηλαστικών βρέθηκαν ευάλωτα καθώς ο βιότοπός τους συρρικνωνόταν προς τον Βορρά. Προφανώς τα περισσότερα θα κατάφερναν να επιβιώσουν σε κάποιες περιοχές της τούνδρας, όπως έκαναν και στις προηγούμενες (παρόμοιας ή μεγαλύτερης σφοδρότητας) μεσοπαγετώδεις περιόδους, όμως ο άνθρωπος είχε πλέον εξελιχθεί πολύ προς το τέλος της Παλαιολιθικής Εποχής, είχε εξελίξει πολύ τις κυνηγετικές τεχνικές, είχε επεκταθεί και στα απώτατα όρια της τούνδρας, και, με το κυνήγι και την  αλλοίωση των οικοσυστημάτων, οδήγησε στην οριστική εξαφάνιση το Μαμούθ, την Μεγαλόκερο Άλκη, τον Μαλλιαρό Ρινόκερο και αρκετά ακόμη.

Μοντέλα αναπαράστασης της κατανομής κατάλληλου ενδιαιτήματος για το Μαμούθ κατά το ανώτερο Πλειστόκαινο (κόκκινο: ιδανικό ενδιαίτημα, πράσινο: χειρότερο - χρονολογίες σε χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα kyr BP). Η μαύρη γραμμή δείχνει το βόρειο όριο κατανομής του ανθρώπου. Παρατηρούμε ότι  το είδος είχε υποστεί μεγάλες συρρικνώσεις και επεκτάσεις του βιοτόπου του λόγω των κλιματικών μεταβολών. Κατά την ιδιαίτερα θερμή (θερμότερη από το "κακό σενάριο" της κλιματικής κρίσης) εποχή πριν 126.000 χρόνια, ο κατάλληλος βιότοπος για το μαμούθ είχε συρρικνωθεί και το είδος είχε υποχωρήσει και περιοριστεί σε λίγους θύλακες - καταφύγια στην τούνδρα.  Από εκεί εξαπλώθηκα ξανά και εποίκησε ολόκληρη την Ευρασία όταν οι συνθήκες έγιναν ξανά καλές για το είδος. Παρόμοια ήταν η συρρίκνωση του και  μετά το τέλος της τελευταίας εποχής των παγετώνων, όταν υπήρχαν ακόμη θύλακες με κατάλληλο ενδιαίτημα (6.000 χρόνια πριν). Πιθανότατα θα τα κατάφερνε ξανά, ωστόσο αυτή την φορά το Μαμούθ δεν επιβίωσε της κλιματικής αλλαγής. Αιτία ήταν ότι, εντωμεταξύ, είχε εμφανιστεί ο άνθρωπος - κυνηγός. Ο 'άνθρωπος κυνηγούσε τα Μαμούθ επί χιλιάδες χρόνια σε ολόκληρη την Ευρασία. Όταν οι κλιματικές συνθήκες άλλαξαν και τα Μαμούθ έγιναν ευάλωτα και περιορίστηκαν σε λίγα μέρη, ο άνθρωπος τα εξαφάνισε. Η ιστορία αυτή δείχνει ότι η κλιματική αλλαγή όντως είναι απειλή για τα άγρια ζώα αλλά έμμεσα, λόγω της επίδρασης του ανθρώπου. Γι αυτό πρέπει να διατηρηθούν ακέραια όλα τα ενδιαιτήματα άγριων ζώων που απέμειναν. DavidNogués-Bravohttps://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=47791556

Αν χαθούν λοιπόν είδη βιοποικιλότητας λόγω κλιματικής αλλαγής, αυτό θα γίνει έμμεσα, λόγω της αντίδρασης του ανθρώπου στην κλιματική αλλαγή. Δεν θα είναι επειδή δεν θα αντέξουν το θερμότερο κλίμα[1] αλλά επειδή δεν θα αντέξουν την πίεση του ανθρώπου και δεν θα μπορέσουν να αλλάξουν κατανομή λόγω των ήδη κατακερματισμένων από ανυπέρβλητα εμπόδια και κινδύνους βιοτόπων. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να διατηρήσουμε όσο γίνεται ανέπαφα τα οικοσυστήματα που απέμειναν και, κυρίως, να διατηρήσουμε όσο γίνεται την ακεραιότητα του Δικτύου των Προστατευόμενων Περιοχών. Γι αυτό η κύρια απειλή για την βιοποικιλότητα ήταν, είναι και θα είναι η απώλεια οικοσυστημάτων και όχι η κλιματική αλλαγή.


Οι βασικές απειλές για τα σπονδυλωτά σήμερα. Η καταστροφή βιοτόπων ήταν, είναι και θα είναι πολύ σοβαρότερη απειλή από ό,τι είναι (άμεσα) η κλιματική αλλαγή. Το Δίκτυο των Προστατευόμενων Περιοχών προσφέρει προστασία από τουλάχιστον καταστροφή βιοτόπου, εκμετάλλευση και ρύπανση, δηλαδή για τουλάχιστον το 75% των αναγκών προστασίας των περισσοτέρων ειδών


Τέλος, δεν πρέπει να μας προβληματίζει μόνο η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αλλά και η προσαρμογή σε αυτήν - εδώ τα οικοσυστήματα είναι ακόμη πιο πολύτιμα. Η άγρια φύση όχι μόνο γνωρίζει πώς να προσαρμόζεται σε ραγδαίες αλλαγές αλλά τα οικοσυστήματα απορροφούν και τους κραδασμούς και μπορούν να επιβραδύνουν για δεκαετίες τις τοπικές ή περιφερειακές επιπτώσεις από ένα θερμότερο κλίμα. Θυμίζουμε τον ρόλο των ορεινών δασών της Κεντρικής και Νότιας Ελλάδας, τα οποία πρέπει να προστατεύουμε «ως κόρην οφθαλμού». Ακόμη και εάν η μέση θερμοκρασία μετακινήσει 1.000 χιλιόμετρα βορειότερα τις επιθυμητές συνθήκες για ένα ελατόδασος (κάνοντας δύσκολο έως αδύνατο να φυτρώσουν νέα ελατάκια), το παλιό δάσος θα μείνει στη θέση του για πολλές δεκαετίες ή και μερικούς αιώνες μέχρι να χαθεί ή … να προλάβει μέχρι να «δροσίσει» ξανά το κλίμα (θα το επαναλαμβάνουμε: έχει ξαναγίνει τόσες και τόσες φορές στο παρελθόν). Θα αποτελεί ένα δροσερό καταφύγιο για είδη πανίδας και χλωρίδας, ένα φυσικό κλιματιστικό για τις γύρω περιοχές, μια φυσική «παγίδα χιονιού και βροχής» για τον εμπλουτισμό του υδροφορέα. Μόνο ένας αλαζόνας άσχετος θα ισχυριστεί «τι είναι μερικά κομμένα έλατα μπροστά στην ανάγκη να ανοίξουμε δρόμο για να περάσουν οι ανεμογεννήτριες!»

Γ. Και τα ανόητα επιχειρήματα

Υπάρχουν και ανόητα επιχειρήματα όπως «οι γάτες σκοτώνουν περισσότερα πουλιά από τις ανεμογεννήτριες», ή ότι τόσα εκατομμύρια πουλιά σκοτώνονται στα τζάμια. Θα ήσαν ανάξια λόγου για να αναφερθούμε, όμως τα έχουν επικαλεσθεί άνθρωποι σε θέσεις – κλειδιά. Επίσης, υπάρχει και το επιχείρημα ότι πολλά σκοτώνονται στα καλώδια. Έτσι, επιγραμματικά, σημειώνουμε:

-          Τα κοινά μικρά πουλιά που σκοτώνονται από γάτες ή στα τζάμια δεν είναι μόνο  πολυάριθμα, αλλά, κυρίως, έχουν ταχύτατους ρυθμούς αναπαραγωγής και είναι προσαρμοσμένα σε υψηλή φυσική θνησιμότητα. Έτσι αναπληρώνουν άμεσα τις απώλειες αν οι βιότοποί τους μείνουν σε καλή κατάσταση. Δεν έχουν καμία σχέση με τα σπάνια, ολιγάριθμα και με χαμηλούς ρυθμούς αναπαραγωγής απειλούμενα είδη, τα οποία δεν έχουν φυσική προσαρμογή σε απώλειες. Η απώλεια ενός ενήλικου Μαυρόγυπα από ενεργό ζευγάρι στην Θράκη είναι ασύγκριτα πιο καταστροφική από την απώλεια 1.000 σπουργιτιών επειδή είναι πολύ δύσκολα αναπληρώσιμη. Όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό…

-           Το γεγονός ότι όντως πολλά πουλιά πεθαίνουν από πρόσκρουση στα καλώδια μεταφοράς ρεύματος (ειδικά μέσης τάσης) δεν μειώνει την σοβαρότητα των απωλειών από τις ανεμογεννήτριες αλλά την αυξάνει. Οι απώλειες αυτές συμβαίνουν στο ανθρωπογενές περιβάλλον, στις ήδη τροποποιημένες εκτάσεις και αποτελούν έναν από τους πιο σοβαρούς λόγους για τους οποίους αυτές είναι αφιλόξενες για πολλά πουλιά. Ακριβώς γι αυτό τον λόγο πρέπει να διατηρήσουμε φυσικές ανέγγιχτες περιοχές όπου τα άγρια είδη θα μπορούν να επιβιώνουν χωρίς αυτές τις επιπλέον απώλειες.

-         


Η σύγκριση του αριθμού των πουλιών που σκοτώνονται από άλλους ανθρωπογενείς λόγους (εδώ, στις Η.Π.Α.) σε σχέση με εκείνα που σκοτώνονται από τις ανεμογεννήτριες είναι παραπλανητική. Δεν πρέπει να συγκρίνουμε τα κοινά είδη που ζουν κοντά στον άνθρωπο (τα οποία σκοτώνονται από γάτες, οχήματα ή προσκρούουν σε τζάμια) με τα σπάνια απειλούμενα είδη των φυσικών περιοχών. Είναι αλήθεια ότι στις γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος όντως σκοτώνονται πολλά σπάνια και προστατευόμενα είδη. Ωστόσο, αυτό ενισχύει την ανάγκη προστασίας των φυσικών περιοχών που απέμειναν, διότι η εγκατάσταση σταθμών ΑΠΕ σε απόμακρες φυσικές περιοχές προϋποθέτει την εγκατάσταση χιλιάδων χιλιομέτρων νέων θανατηφόρων καλωδίων μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος. Πρέπει να καταλάβουμε ότι οι ανεμογεννήτριες που τοποθετούνται σε φυσικές περιοχές σκοτώνουν όσα πουλιά γλίτωσαν από τα παραπάνω.


-         ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ. Η Μάστιγα των Δρόμων

Η διάνοιξη δρόμου πρόσβασης και, στη συνέχεια, ενός οδικού δικτύου σε μια άθικτη περιοχή φέρνει μια σειρά από αλυσιδωτά προβλήματα στην άγρια φύση. Δεν μιλάμε για τις επιπτώσεις από την φάση κατασκευής. Οι ΜΠΕ συνήθως εστιάζουν μόνο σε "τυποποιημένα" εμφανή στοιχεία όπως την καταστροφή βλάστησης και ενδιαιτημάτων (π.χ. πόσα δέντρα θα κοπούν) και στην απόθεση των "αδρανών".

Ελάχιστα (έως καθόλου) εξετάζουν την διαταραχή του υδρολογικού κύκλου από το ανηλεές "χάραγμα" του βουνού με πυκνό οδικό δίκτυο και την απομάκρυνση εκατομμυρίων κυβικών από εκβραχισμούς, τα οποία έχουν τις ίδιες επιπτώσεις στο βουνό  με το χάραγμα του φλοιού ενός δέντρου και επηρεάζει τις διαδρομές των επιφανειακών και των υπόγειων νερών, τις πηγές, τον υδροφόρο ορίζοντα και την ροή των ορεινών ρεμάτων. Επίσης αυξάνει την διάβρωση και την μεταφορά φερτών υλικών εκεί όπου το νερό πριν έτρεχε «φιλτραρισμένο», αυξάνοντας την θολερότητα ορεινών ποταμών (επηρεάζοντας ειδικά την πέστροφα). Αυτό, σε συνδυασμό με την αλλαγή της ροής και την προχειρότητα κατασκευής αυξάνει τον κίνδυνο πλημμύρας, όπως συνέβη τον Σεπτέμβριο 2019 στην Κεφαλονιά, όπου τεράστιοι όγκοι ιζημάτων κατέβηκαν από το βουνό που είναι χαραγμένο με τους δρόμους του αιολικού πάρκου (νερό κατέβαινε και πριν από το βουνό, και είχαν γίνει οι σχετικές μελέτες κατά την κατασκευή του έργου, αλλά πρώτη φορά μεταφέρθηκαν τεράστιοι όγκοι φερτών υλικών από εκεί).


Νέες νεροσυρμές που δημιουργήθηκαν από τη διάνοιξη ορεινού δρόμου για τοποθέτηση ανεμογεννήτριας στην Κεφαλλονιά. Αποτέλεσμα είναι η μεταφορά πολλών υλικών στα πεδινά μετά από ισχυρές βροχές. Φυσικά, παρόμοιο πρόβλημα δημιουργούν όλοι οι ορεινοί δρόμοι, όμως λόγω των αιολικών πάρκων ανοίγονται πλέον εκατοντάδες χιλιόμετρα νέων τέτοιων δρόμων εκεί που δεν υπήρχε λόγος να διανοιχτούν. Πηγή https://voutospress.gr/olh-h-alhtheia-gia-tis-plhmmyres-sthn-pylaro/

Ωστόσο, αυτά δεν είναι οι μόνες και συνήθως δεν είναι οι πιο σοβαρές επιπτώσεις. Υπενθυμίζοντας ότι μιλάμε πάντα για περιοχές που το χαρακτηριστικό τους ήταν ότι ήταν άθικτες και υποστήριζαν είδη ευαίσθητα στην όχληση και με ανάγκη μεγάλων ενιαίων χώρων, η διάνοιξη οδικού δικτύου σε μια παρθένα περιοχή φέρνει αρκετά (συχνά όλα) από τα παρακάτω:

  • Αύξηση της όχλησης από επισκέπτες, εργαζόμενους κ.λπ. Αυτό περιλαμβάνει και τον επιπλέον φωτισμό τη νύχτα.
  • Αύξηση δραστηριοτήτων εκτός δρόμου αναψυχής
  • Αύξηση της νόμιμης κυνηγετικής πίεσης (άρα και μείωση φυσικής λείας αρπακτικών)
  • Αύξηση κρουσμάτων λαθροθηρίας
  • Αύξηση της πίεσης από εκπαίδευση κυνηγετικών σκύλων
  • Αύξηση του κίνδυνου για σπάνια είδη από συλλέκτες – εμπόρους
  • Παρουσία σκουπιδιών (με ποικίλα συνεπακόλουθα)
  • Αύξηση στην χρήση χημικών, πλαστικών και λιπασμάτων σε ορεινές καλλιέργειες
  • Αύξηση στην βόσκηση και, γενικά, στην εντατική κτηνοτροφία (π.χ. μεγαλύτερη χρήση κτηνοτροφικών φαρμάκων σε ζώα που βρίσκονται στο βουνό)
  • Αύξηση των κρουσμάτων δηλητηρίασης
  • Καταδίωξη «επιβλαβών»
  • Συχνότερες πυρκαγιές
  • Αύξηση παρουσίας αδέσποτων σκυλιών
  • Εισβολή ανθρωπόφιλων ή ξενικών ειδών τόσο χλωρίδας (με σπόρους που πάντα μεταφέρονται από τα οχήματα και τους επισκέπτες) όσο και πανίδας (τυπικό παράδειγμα η εισβολή της κουρούνας η οποία απωθεί τον Κόρακα όπου υπάρχει τακτική ανθρώπινη χρήση)
  • Αύξηση στη συλλογή βοτάνων, εντόμων, σαλιγκαριών, μανιταριών, ειδών χλωρίδας κ.λπ.
  • Αναρίθμητες απρόβλεπτες συνέπειες (π.χ. εκδηλώσεις)
  • ... και φυσικά: αύξηση στις κατασκευές, τα επενδυτικά σχέδια και, γενικότερα, στην «αξιοποίηση» της περιοχής αφού πλέον δεν είναι απομονωμένη
Σε παγκόσμιο επίπεδο αναγνωρίζονται οι καταστροφικές επιπτώσεις ειδικά του ορεινού οδικού δικτύου. Γίνεται αντιληπτό ότι η απουσία δρόμων είναι το πιο απλό και ασφαλές κριτήριο για να αναγνωρίσουμε μακροσκοπικά την αξία μιας περιοχής για την βιοποικιλότητα. Γι αυτό και οι περιοχές χωρίς δρόμους (roadless areas) αναγνωρίζονται σχεδόν αυτόματα ως πυρήνες βιοποικιλότητας. 

Οι επιπτώσεις των δρόμων πρέπει πάντα να λογίζονται αθροιστικά και να συνεκτιμώνται με άλλες επιπτώσεις όπως ο εκτοπισμός των πουλιών από την λειτουργία των εγκαταστάσεων ΑΠΕ. Συνολικά καταλήγουν στον κατακερματισμό των καλών ενδιαιτημάτων και σε μια μόνιμη υποβάθμιση των συνθηκών ζωής για τα ευαίσθητα είδη. Ωστόσο, όλα αυτά μαζί είναι δύσκολα μετρήσιμα και είναι πρακτικά αδύνατο να ποσοτικοποιηθεί ο κίνδυνος που προκαλούν. Εδώ ισχύει μόνο η αρχή της πρόληψης και ένας χωροταξικός σχεδιασμός που προλαβαίνει το πρόβλημα.



ΓΛΩΣΣΑΡΙ: Οι Αιολικάδες, οι ΝΙΜΒΥ και οι ΙΜΒΥ

Αιολικάδες: Απαξιωτικός όρος για όσους υποστηρίζουν τις ΑΠΕ σε φυσικές περιοχές παραγνωρίζοντας τις ολέθριες επιπτώσεις τους στην βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα. Περιλαμβάνουν δύο διακριτές υποομάδες: τους «αναπτυξιακούς», δηλαδή τους επενδυτές και όσους σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα μαζί τους, και τους «περιβαλλοντιστές», δηλαδή εκείνους που υποστηρίζουν ότι οι ΑΠΕ σε φυσικές περιοχές είναι ένα αναπόφευκτο τίμημα για την σωτηρία του πλανήτη. Αυτοί οι «οικολόγοι αιολικάδες» έχουν συχνά αγνές προθέσεις, αλλά καταλήγουν συχνά πιόνια των «αναπτυξιακών» αφού δέχονται όλα τα τεχνοκρατικά τους επιχειρήματα και τους αποδέχονται ως αυθεντίες.

Οι αιολικάδες εστιάζουν στο ενεργειακό πρόβλημα του πλανήτη και κατά κανόνα δεν κατανοούν τα θέματα βιοποικιλότητας. Όσο παράλογο φαντάζει σε έναν επενδυτή ή πολιτικό να μην γίνει μια ολόκληρη επένδυση για «μερικά αρπακτικά», το ίδιο παράλογο φαντάζει σε έναν «περιβαλλοντιστή αιολικά» να εμποδίζεται για «μερικά αρπακτικά» ένα έργο κρίσιμο για την μετάβαση της χώρας στην μεταλιγνιτική εποχή.  Χαρακτηρίζονται από την συχνή χρήση δύο επιχειρημάτων: Το λογικοφανές, αλλά αφοριστικό «Κάπου πρέπει να μπουν! Εκεί δεν θέλατε, εδώ δεν θέλετε – πού, στην ευχή, θέλετε!» και το ύπουλο «Δώστε εναλλακτικές λύσεις». Και τα δύο αποκαλύπτουν ότι δεν ενδιαφέρονται πολύ για την χωροταξία και πιστεύουν ότι η διαδικασία του επείγοντος δικαιολογεί τα πάντα. Αυτό, μαζί με την ελιτίστικη στάση τους, θεωρώντας όλους τους άλλους ως αντιδραστικούς (ή και αγράμματους) ΝΙΜΒΥ, προκαλεί τον «οικολογικό διχασμό». Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι χωρίς την συνεργασία τους δεν πρόκειται να βρεθεί σωστή λύση.

ΝΙΜΒΥ (Not Ιn My BackΥard – «όχι στην αυλή μου»): Απαξιωτικός όρος για όσους αντιδρούν στην εγκατάσταση ΑΠΕ (κυρίως αιολικά και υδροηλεκτρικά) στην δική τους περιοχή χωρίς να ενδιαφέρονται για τη συνολική εικόνα και λύση – δηλαδή για την χωροταξία. Εδώ έχουμε πολλές υποκατηγορίες. Ενδεικτικά: Εκείνους που έχουν δικές τους ανταγωνιστικές δραστηριότητες ή σχέδια προς τις ΑΠΕ, τους αρνητές της κλιματικής αλλαγής (οι οποίοι κατηγορούνται από τους «αιολικάδες» ως φερέφωνα του λόμπι των ορυκτών καυσίμων), εκείνους που ενδιαφέρονται κυρίως για το τοπίο, εκείνους που ενδιαφέρονται περισσότερο για την πολιτιστική κληρονομιά, εκείνους που απλά αντιδρούν στις ιδιωτικές «επενδύσεις», εκείνους που έχουν κάνει αγώνες να προστατέψουν τον τόπο τους και ξαφνικά βρίσκονται μπροστά στην επέλαση πολύ πιο καταστροφικών έργων από εκείνα τα οποία πολεμούσαν στο παρελθόν (π.χ. 80 χιλιόμετρα οδικού δικτύου εκεί όπου την δεκαετία του ’90 είχαν αγωνιστεί να αποτρέψουν τρία χιλιόμετρα προς κάποια κεραία).

Συχνό χαρακτηριστικό των ΝΙΜΒΥ είναι ότι η επίκληση του καθεστώτος προστασίας μιας περιοχής (όταν, δηλαδή, η περιοχή που υπερασπίζονται τυχαίνει να είναι και Natura) γίνεται για να συνεπικουρήσει τις προσπάθειές τους για αποτροπή του έργου μαζί με άλλα μέσα, π.χ. αρχαιολογικά, ιδιοκτησιακά, «νομικά κενά» κ.λπ., χωρίς συχνά να κατανοούν τους πραγματικά οικολογικούς λόγους. Αποτέλεσμα είναι ότι οι ΝΙΜΒΥ συχνά χρησιμοποιούν λανθασμένα τα «οικολογικά» επιχειρήματα (π.χ. δεν αντιλαμβάνονται την έννοια του προστατευτέου αντικειμένου -την ουσία του Natura- και συνήθως επικαλούνται τα οικολογικά επιχειρήματα ως ζητήματα αισθητικής, ευαισθησίας» κ.λπ.). Αυτός είναι ένας συχνός λόγος αποτυχίας των προσφυγών τους στο ΣτΕ.

ΙΜΒΥ (In My BackyYard): Λένε το ακριβώς αντίθετο από τους ΝΙΜΒΥ. Δηλαδή «Βάλτε τα δίπλα μας και όχι στις άθικτες φυσικές περιοχές». Οι ΙΜΒΥ εξ ορισμού δεν διακρίνονται από «τοπικιστικά» κριτήρια και ενδιαφέρονται για την σωστή χωροταξία. Μολονότι πολλοί φερόμενοι ως ΝΙΜΒΥ είναι στην πραγματικότητα … ΙΜΒΥ χωρίς να το γνωρίζουν, η διαφορά των ΙΜΒΥ με τους «γνήσιους» ΝΙΜΒΥ είναι πολύ μεγάλη. Όταν γίνει σωστός χωροταξικός σχεδιασμός, οι ΙΜΒΥ πιθανότατα θα βρεθούν μαζί με κάποιους που τώρα χαρακτηρίζονται «αιολικάδες» στην προσπάθεια να χωροθετηθούν ΑΠΕ κοντά στον άνθρωπο. Για να δώσουμε ένα απλό παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι στα πλαίσια ενός καλού ΕΧΠ, συμφωνήσουμε ότι θα χρειαστούν τέσσερις ανεμογεννήτριες για το νησί της Μυκόνου: Οι «γνήσιοι ΝΙΜΒΥ» θα ζητήσουν να μπουν αυτές πάνω στις ακατοίκητες γειτονικές νησίδες (το Τραγονήσι ή τα Χταπόδια), κρατώντας «ανέπαφο» το κυρίως νησί.  Οι ΙΜΒΥ θα ζητάνε ακριβώς το αντίθετο: να μπουν πάνω στο νησί, και μάλιστα όχι στα απόμερα Βόρεια και Βορειοανατολικά μέρη τους, αλλά δίπλα ή και πάνω στους οικισμούς. Προς το παρόν πάντως, λόγω της στάσης των «αιολικάδων», βρίσκονται και οι ΙΜΒΥ να πολεμούν αυτή την άνευ προηγουμένου επίθεση στην άθικτη ελληνική φύση.

ΤΕΛΟΣ: Όλα αυτά γράφηκαν λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι οι μαζικές επενδύσεις ΑΠΕ, ιδίως οι ολέθριοι μεγάλοι ΑΣΠΗΕ, είναι όντως απαραίτητες ως μέρος της λύσης για να σωθεί το κλίμα του πλανήτη. Η αξιωματική αποδοχή αυτής της θέσης (η οποία αποτελεί την τελική δικαιολόγηση της θυσίας των πάντων




[1] Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που βρίσκουμε μεγάλα ζώα (λύκους, αγριόχοιρους ακόμη και αρκούδες) κοντά στον άνθρωπο και σε «τροποποιημένες» περιοχές, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα διασποράς από υγιείς πληθυσμούς σε άθικτες περιοχές. Αυτά τα είδη δεν  μπορούν να επιβιώσουν στο ανθρωπογενές περιβάλλον (στο οποίο έχουν πάρα πολλές απώλειες), χωρίς ακέραια και επαρκή φυσικά καταφύγια, τα οποία αποτελούν τους τροφοδότες των πληθυσμών της διασποράς.


[2]Αμέσως μετά το πέρας της τελευταίας εποχής των παγετώνων (περ. 12.000 χρόνια πριν) άρχισε μια ανηλεής μετατροπή, «εξημέρωση» και καταδίωξη της φύσης. Μια τεράστια εκκαθάριση δασών και μαζικές εξαφανίσεις ζώων έλαβαν χώρα ήδη από την αρχή της νεολιθικής περιόδου, πολύ πριν αρχίσει η γραπτή ιστορία. Ο «πρωτόγονος» άνθρωπος ήταν εξίσου αποτελεσματικός με τον σημερινό…

[3] Η αλήθεια είναι ότι τα δάση κόπηκαν ακόμη και σε «ακραίες» περιοχές της Ευρώπης κάποια στιγμή στα τελευταία 2.000 χρόνια. Απλά αναγεννήθηκαν σε περιοχές που εγκατέλειψαν οι άνθρωποι.

[4] Επίσης, πολλά θηλαστικά έχουν αλλάξει την συμπεριφορά τους και κυκλοφορούν τη νύχτα προκειμένου να αποφύγουν τις επαφές με τον άνθρωπο. Η ουσία παραμένει η ίδια: τα άγρια ζώα επιβιώνουν  μόνο όταν και όπου η ανθρώπινη παρουσία είναι περιορισμένη!

[5]Τα εντυπωσιακά Εθνικά Πάρκα της Ανατολικής Αφρικής οφείλουν σημαντικό μέρος της ύπαρξής τους στις μύγες Τσε τσε, που προκαλούν την ασθένεια του ύπνου στον άνθρωπο και τρυπανοσωμίαση στα βοοειδή. Η παρουσία τους κράτησε μακριά την «ανάπτυξη» και διατήρησε (σχετικά) άθικτες μεγάλες εκτάσεις κατάλληλες μόνο για άγρια ζώα και νομαδικές ανθρώπινες κοινότητες.

[6] Στις περισσότερες χώρες αυτό έγινε μόλις τα τελευταία 50 χρόνια, μετά από χιλιάδες χρόνια «καταδίωξης». Στην Ελλάδα, η νομική προστασία ενός δικτύου περιοχών με σκεπτικό την προστασία της βιοποικιλότητας (και όχι η διατήρηση καλών «δειγμάτων» με την παραδοσιακή δασολογική προσέγγιση του Εθνικού Δρυμού) εμφανίστηκε με τις «ΡΑΜΣΑΡ» το 1972 και, πρακτικά, με τις Ζώνες Ειδικής Προστασίας μετά την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ το 1981. Πάντως, ακόμη και τη δεκαετία του ’80 χάθηκαν σημαντικές φυσικές περιοχές που σήμερα θα ήταν σίγουρα εντός του Δικτύου Natura-2000

[7]Για παράδειγμα, μικρά υδροηλεκτρικά με μη εγγυημένη την επαρκή παροχή νερού – με αποτέλεσμα κατά κανόνα να «κόβουν» ολόκληρη την ροή του ποταμού παραβιάζοντας τους περιβαλλοντικούς όρους. Λέγεται ότι συχνά έχουν χρησιμοποιηθεί παλιές μετρήσεις παροχής.

[8]Να σημειωθεί ότι δεν έγινε Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για το χωροταξικό του 2008– γι αυτό άλλωστε η Ε.Ε. εξέδωσε προειδοποιητική επιστολή το 2014

[9]Τα Βιοκαύσιμα αναπτύχθηκαν και σε τροπικά δάση και επίσης, ως επιδοτούμενα και πιο κερδοφόρα, κατέλαβαν εκτάσεις ζωτικών καλλιεργειών για είδη πρώτης ανάγκης –οδηγώντας και σε ανθρωπιστική κρίση

[10]Να σημειωθεί ότι στις δεκαετίες ’80 και ’90, η διάνοιξη ορεινών δρόμων ήταν ένα πεδίο έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ περιβαλλοντικών οργανώσεων και αρχών. Ευτυχώς, μετά το Β’ Κ.Π.Σ. είχε περιοριστεί η χρηματοδότησή τους και νομίζαμε ότι ησυχάσαμε – μέχρι που ήρθε η σημερινή «λαίλαπα».  

[11]Δηλαδή σύνολα επιμέρους διακριτών αλλά αλληλοτροφοδοτούμενων πληθυσμών, οι οποίοι ζουν σε διαφορετικές περιοχές μέσα σε μια ευρύτερη γεωγραφική ζώνη. 

[12]Σε ολιγάριθμα είδη, όπως τα μεγάλα αρπακτικά πουλιά (αετοί και γύπες) η φυσική αναπαραγωγική επιτυχία είναι κάτω από το ένα νεαρό ανά ζευγάρι τον χρόνο. Ωστόσο ταυτόχρονα έχουν μεγάλο ποσοστό επιβίωσης που στον Χρυσαετό ή τον Μαυρόγυπα  φτάνει και ξεπερνάει το 90%. Σήμερα, περιορισμένα σε περιοχές έτσι κι αλλιώς «όχι ιδανικές», έχουν ακόμη πιο μειωμένη αναπαραγωγική επιτυχία (π.χ. λόγω περιορισμένης φυσικής τροφής, όχλησης, ανταγωνισμό από οπορτουνιστικά είδη, όπως κορακοειδή και σκυλιά) που μπορεί να φτάσει και κάτω από το 0,5 (δηλαδή μέσος όρος λιγότερος από μισό νεαρό ανά ζευγάρι το έτος). Ταυτόχρονα, επειδή έχουν μεγάλες επικράτειες και συχνά μετακινούνται μακριά από τα καταφύγιά τους, έχουν αυξημένη θνησιμότητα (π.χ. δηλητηρίαση, λαθροθηρία, ατυχήματα σε καλώδια κ.λπ.) και χαμηλότερα ποσοστά επιβίωσης. Σε αυτή την οριακή κατάσταση, μια επιδείνωση έστω και της τάξης του 10% μπορεί να είναι καταδικαστική για το είδος. Σε πληθυσμούς μερικών δεκάδων ατόμων, αυτή η επιδείνωση προκαλείται ακόμη και από έναν θάνατο τον χρόνο, ακόμη και από μια μικρή επιβάρυνση του καθημερινού ενεργειακού ισοζυγίου λόγω της ανάγκης να αποφεύγουν ανεμογεννήτριες ή της απώλειας κάποιου αποδοτικού μέρους αναζήτησης τροφής. 


[13]Η πορεία προς την εξαφάνιση ενός μικρού πληθυσμού ειδών με χαμηλούς ρυθμούς αναπαραγωγής και θνησιμότητας και μεγάλη διάρκεια ζωής δεν γίνεται εμφανής από την μια χρονιά στην άλλη. Μπορεί, για παράδειγμα, να συνεχίσουμε να βλέπουμε ενήλικα πουλιά να περιφέρονται επί χρόνια και όμως ο πληθυσμός να είναι καταδικασμένος αφού δεν υπάρχει «εισροή» αρκετών νεαρών. Η ανεξάρτητη επιστημονική εργασία στην Θράκη χρησιμοποίησε δεδομένα από δορυφορική παρακολούθηση και σε συνδυασμό με την γνώση της δυναμικής του πληθυσμού και την εφαρμογή μοντέλων τεκμηρίωσε ότι ο πληθυσμός του Μαυρόγυπα είναι καταδικασμένος σε βάθος χρόνου αν εγκατασταθούν τα σχεδιαζόμενα αιολικά πάρκα. Ταυτόχρονα έδειξε ότι είναι πρακτικά αδύνατο να γίνουν τέτοιες έρευνες στα πλαίσια μιας κοινής ΜΠΕ και ΕΟΑ (χρηματοδοτούμενης, επαναλαμβάνουμε, από τον επενδυτή). 


[14]Η ΜΠΕ και ΕΟΑ για το μεγάλο αιολικό πάρκο σε 14 Προστατευόμενες Νησίδες στο Νότιο Αιγαίο (107 ανεμογεννήτριες, >70 χιλιόμετρα δρόμων, 14 λιμάνια, 14 ελικοδρόμια, φώτα παντού και πολλά κτήρια, δεξαμενές κ.λπ.), μολονότι «έκοψαν» μερικές ανεμογεννήτριες, κατάληξαν σε εκτίμηση «μέτριων» επιπτώσεων για τις υπόλοιπες κι ας βρίσκονται πάνω σε νησίδες αυστηρά προστατευόμενων και ευαίσθητων στην παραμικρή όχληση ειδών. Αυτό, εκτός από την αγνόηση (ή «θάψιμο») κρίσιμων στοιχείων, έγινε θέτοντας αυθαίρετα το όριο 300 μέτρων απόστασης των ανεμογεννητριών από τις αποικίες Μαυροπετρίτη (το έργο επηρεάζει σχεδόν 600 ζευγάρια σε 10 νησίδες), ενώ τα επιστημονικά αποδεκτά ελάχιστα όρια είναι δεκαπλάσια – αν όμως τα έθεταν, ολόκληρο το έργο θα έπρεπε να απορριφθεί… 


[15]Όπως κάνει η εταιρία ΤΕΡΝΑ πριν μπει στο χρηματιστήριο: Προβάλλει περιχαρώς τις εικόνες του κατασκευαστικού επιτεύγματος με το αιολικό πάρκο στην διαλυμένη πλέον νησίδα Άγιος Γεώργιος του Σαρωνικού – ο οποίος, πάντως, δεν ήταν προστατευόμενος και ήταν πολύ χαμηλότερης αξίας από τις 14 Προστατευόμενες νησίδες του Ν. Αιγίου όπου προβλέπεται να γίνει ακριβώς το ίδιο. 


[16]Φρίκη κυρίευσε τους ορνιθολόγους όταν ο Πρωθυπουργός, εγκαινιάζοντας το αιολικό πάρκο στον Καφηρέα – που μετέτρεψε σε βιομηχανική ζώνη μια Ζώνη Ειδικής Προστασίας- μίλησε για έργο που όχι μόνο δεν καταστρέφει αλλά … αναβαθμίζει το περιβάλλον. Μετά πήγε και φύτεψε δέντρα στην βουνοκορφή – καταστρέφοντας ακόμη περισσότερο το ενδιαίτημα του Σπιζαετού ). Πρόκειται για περιβαλλοντικό λαϊκισμό: Ο κόσμος είναι ευαίσθητος κυρίως στην καταστροφή των δέντρων, περιφρονεί όμως τα άδεντρα μέρη και έχει άγνοια για ό,τι άλλο – όπως ότι ο Σπιζαετός χρειάζεται ανοιχτούς χώρους για να κυνηγά.

[17]Στο εξαιρετικό άρθρο Χωροθετούμε σωστά τις ΑΠΕ στην Ελλάδα; τίθεται το ερώτημα αλλά η απάντηση μένει μετέωρη. Μάλιστα, αντί για ένα πεντακάθαρο και σαφές «ΟΧΙ», δίνεται υπερβολικά εκτενές βήμα στην σαφώς μεροληπτική και χρόνια τώρα χλευαστική προς τους... ΝΙΜΒΥ Ελληνική Επιστημονική Ένωση Αιολικής Ενέργειας, την ΕΛΕΤΑΕΝ. 


[18]Τυπικό παράδειγμα περικοπής στην αρχικά προτεινόμενη  Ζώνη Ειδικής Προστασίας είναι η περιοχή των Ακαρνανικών. Η Ορνιθολογική έρευνα είχε υποδείξει μεγάλο μέρος του ορεινού όγκου ως ΖΕΠ. Τελικά, το Υπουργείο προστάτεψε ως ΖΕΠ μόνο τον χώρο γύρω από την αποικία των Όρνεων, αφήνοντας απέξω τους χώρους που αυτά συχνάζουν καθημερινά και πάνω στους οποίους τώρα αναπτύσσονται αιολικά.


[19]Όταν μιλάμε για άμυνα στην κλιματική κρίση δεν αναφερόμαστε  μόνο στο πώς θα την αποτρέψουμε αλλά ολοένα περισσότερο (πρέπει να το πάρουμε απόφαση…) στην προσαρμογή σε αυτήν και στον μετριασμό των επιπτώσεων.


[20]Δεν υπάρχει «Πράσινη» ή «Μαύρη» ανάπτυξη. Υπάρχει αργή (στην οποία η φύση αλλά και η κοινωνία μπορούν, θεωρητικά, να προσαρμοσθούν) και γρήγορη (η οποία είναι μια οικονομική διόγκωση χωρίς θεμέλια).

[21]Στους «σκεπτικιστές της κλιματικής αλλαγής» δεν περιλαμβάνονται μόνο φερέφωνα του πετρελαϊκού λόμπι ή ιδιόρρυθμοι «αρνητές» του φαινομένου αλλά και επιστήμονες που γνωρίζουν ότι παρόμοια δραματικές αλλαγές στο κλίμα έχουν ξανασυμβεί αρκετές φορές και σαφώς χωρίς ανθρωπογενή αίτια. Φυσικά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την αναντίρρητη ανάγκη απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.


[22]Αυτοί οι ρυθμοί ανόδου της στάθμης της θάλασσας σε πεδινές περιοχές με χαμηλή κλίση σήμαιναν δεκάδες μέτρα στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής. Όταν, μάλιστα, κλειστές λεκάνες γέμιζαν και ξεχείλιζαν ή, αντίστροφα, όταν το νερό της θάλασσας εισερχόταν σε κλειστές λεκάνες (όπως η είσοδος της Μεσογείου στους -μέχρι τότε λίμνες- Εύξεινο Πόντο και Κορινθιακό Κόλπο)  οι αλλαγές αυτές έγιναν «από την μια μέρα στην άλλη» και από εκεί ξεκινούν οι αφηγήσεις του κατακλυσμού. Γενικότερα, οι συγκλονιστικές περιβαλλοντικές αλλαγές στο τέλος του Πλειστοκαίνου – αρχές Ολοκαίνου διατηρήθηκαν στην προφορική παράδοση και αποτελούν την πηγή έμπνευσης της μυθολογίας πολλών λαών (με αυτό ασχολείται η Γεωμυθολογία). 


[23]Κατά κάποια «ανάγνωση», αυτή η αναστάτωση και συρρίκνωση της κατανομής πολλών ειδών μπορεί να θεωρηθεί απειλή και όχι φυσικό φαινόμενο, αφού οφείλεται σε ανθρωπογενείς λόγους. Έτσι, πολλά στατιστικά επικαλούνται αυτή την μετατόπιση ενδιαιτημάτων προς τα Βόρεια αποδεικνύοντας ότι πολλά είδη «απειλούνται» από την κλιματική αλλαγή. Δεν θα διαφωνήσουμε με αυτόν τον τρόπο σκέψης. Εδώ λέμε ότι είναι απαράδεκτο να καταστρέψουμε  τους βιοτόπους αυτών των ειδών προκειμένου «να τα σώσουμε».


[24]Σίγουρα αυτό δεν ισχύει για αρκετά από τα πιο απειλούμενα από τις ΑΠΕ είδη: ο Μαυρόγυπας, ο Γυπαετός, το Όρνιο ζουν και στην θερμή Μέση Ανατολή και Αφρική.


[25]Ήταν μεγάλο λάθος όταν κατά το αρχικό χωροταξικό «δαιμονοποιήθηκαν» οι ΑΣΠΗΕ – κάτι που βόλεψε όσους ήθελαν να τους χωροθετήσουν μακριά από κατοικημένες περιοχές – άρα στην άγρια φύση. Βλ. Αιολικά: το μεγάλο στρατηγικό λάθος


Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2018

Από την "χρήσιμη" φωτιά στο ολοκαύτωμα

Η εγκατάλειψη των ποικίλων παραδοσιακών χρήσεων γης μετέτρεψε το άλλοτε πολυσχιδές, "ανοιχτό" μεσογειακό τοπίο σε ένα πυκνό κάλυμμα από εύφλεκτη βλάστηση. Παράλληλα, η οικοπεδοποίηση και η εκτός σχεδίου δόμηση φέρνουν ολοένα περισσότερες κατοικίες μέσα στις εύφλεκτες περιοχές. Αυτός είναι ο θανατηφόρος συνδυασμός που μετατρέπει τις άλλοτε περιορισμένης ισχύος μεσογειακές πυρκαγιές από "ρουτίνα" σε "ολοκαύτωμα". 


(Το παρακάτω κείμενο αποτελεί διασκευή δημοσίευσης στη «Μήτιδα» τον Οκτώβριο 2018 από τη χρήσιμη πυρκαγιά στο ολοκαύτωμα. Ευχαριστίες στην φίλη Μαργαρίτα που πίεσε να γραφτεί κάτι.)



Η "χρήσιμη" φωτιά δημιούργησε διάκενα σε έναν θαμνότοπο και αύξησε την ποικιλία τοπίου και βιοτόπων. Παρυφές Φολόης, Ηλεία

Η "χρήσιμη" φωτιά δημιούργησε ανοιχτή "σαβάνα" στη θέση ενός πυκνού πευκοδάσους. Ορεινή Ανατολική Αιγιάλεια.


Α. Αντί να ρωτάμε «γιατί εκδηλώνονται πυρκαγιές», πρέπει να μας προβληματίσει το «γιατί οι πυρκαγιές εξελίσσονται σε ολοκαύτωμα».

Αν κάποιος χάσει τη ζωή του από ένα απλό κρυολόγημα, θα πρέπει να μας προβληματίσει το "πού κρύωσε" ή η αδυναμία του οργανισμού του να ανταπεξέλθει σε κάτι τόσο συνηθισμένο;  

Το ίδιο συμβαίνει και με τις καταστροφικές πυρκαγιές, που γίνονται ολοένα συχνότερες. Το ερώτημα «πώς ξεκίνησε η πυρκαγιά;» (που κατά κανόνα απασχολεί τον δημόσιο διάλογο) είναι επουσιώδες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι «γιατί αυτό το συνηθισμένο φαινόμενο εξελίχθηκε σε τραγωδία;».

Στη Μεσόγειο η εκδήλωση πυρκαγιάς είναι κάτι φυσιολογικό. Με πεντάμηνη ξηρασία, συσσωρευμένη βιομάζα και συνεχή ανθρώπινη δραστηριότητα είναι απόλυτα βέβαιο ότι κάποια στιγμή κάποια εστία πυρκαγιάς θα εκδηλωθεί σε κάθε περιοχή. Αν δεν συμβεί φέτος από πρόθεση, θα συμβεί του χρόνου από ατύχημα, του «παραχρόνου» από κεραυνό κ.ο.κ. Και όσο συσσωρεύεται καύσιμη ύλη, τόσο η εκδήλωση πυρκαγιάς θα γίνεται πιθανότερη.

H πυρκαγιά αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των μεσογειακών οικοσυστημάτων, με κεντρικό ρόλο στην ανανέωση της φύσης και στην ανακύκλωση θρεπτικών ουσιών. Είναι μέρος ενός φυσικού κύκλου και όχι μια απρόσμενη "παρά φύσιν καταστροφή". 
Οι συχνές, σύντομες και χωρίς μεγάλο θερμικό φορτίο μεσογειακές πυρκαγιές συντηρούσαν έναν αέναο κύκλο διαφόρων σταδίων οικολογικής διαδοχής. Αποτέλεσμα ήταν ένα τοπίο με εκτάσεις σε διάφορα στάδια ανάκαμψης μετά από φωτιά, το οποίο αποτελεί την φυσιολογική κατάσταση στην Μεσόγειο. Πολλά είδη ζώων και φυτών έχουν όχι μόνο προσαρμοσθεί σε αυτή την κατάσταση (π.χ. πολλά δέντρα έχουν φλοιό που αντέχει αυτές τις πυρκαγιές, άλλα φυτά ανακάμπτουν παράγοντας νέους βλαστούς από τον καμένο κορμό ή από τις ρίζες, άλλα διατηρούν σπόρους που αντέχουν στις πολύ υψηλές θερμοκρασίες) αλλά και προσδοκούν έναν φυσικό κύκλο πυρκαγιάς για να αναγεννηθούν, για να απαλλαγούν από ανταγωνιστές, για να επεκταθούν σε νέες περιοχές και (για τα ζώα) να βρίσκουν τροφή (καθώς η παραγωγικότητα των οικοσυστημάτων στα πρώτα στάδια διαδοχής μετά την φωτιά είναι μεγάλη, π.χ. πλούσιο χορτάρι και καρποφορία, σπόροι κ.ο.κ.). Αυτό σημαίνει ότι πολλά είδη ... χρειάζονται την εκδήλωση μιας μικρής ή μέτριας πυρκαγιάς σε κάθε τόπο κάθε μερικές δεκαετίες, και έχουν εξελιχθεί έχοντας ως δεδομένο ότι σχεδόν κάθε χρόνο κάποια πυρκαγιά θα λάβει χώρα κάπου στην ευρύτερη περιοχή όπου ζουν. 

Παραδοσιακά, τουλάχιστον στην μεσογειακή φύση όπως αυτή έχει συν διαμορφωθεί από τον άνθρωπο εδώ και πάνω από 10.000 χρόνια, αυτές οι πυρκαγιές ήταν συχνές, χωρίς μεγάλο θερμικό φορτίο, σύντομες σε διάρκεια, περιορισμένες σε έκταση και, τελικά, μάλλον χρήσιμες, αφού κατανάλωναν τακτικά και σε μικρές ποσότητες την πλεονάζουσα καύσιμη ύλη, εμπλουτίζανε το έδαφος και δημιουργούσαν χρήσιμα στον άνθρωπο και τη φύση διάκενα. Εκτός από την μεσογειακή φύση, και οι ανθρώπινες κοινωνίες είχαν όχι μόνο προσαρμοσθεί, αλλά συν-εξελιχθεί με αυτές τις «καθημερινές» πυρκαγιές και συχνά τις χρησιμοποιούσαν: Η (ελεγχόμενη) φωτιά ήταν ένα βασικό εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος διαμόρφωσε το Μεσογειακό τοπίο (βλ. σημ. 1)


Η "χρήσιμη" περιορισμένη φωτιά δημιούργησε διάκενα στον μεγάλο συμπαγή καλαμιώνα, τα οποία προσφέρουν βοσκή και, όταν πλημμυρίσουν, ενδιαίτημα σε υδρόβια πουλιά. Στυμφαλία

Δεν έχει, λοιπόν, νόημα να εστιάζουμε στο γιατί εκδηλώνεται μια πυρκαγιά στην Μεσόγειο. Εκείνο που οφείλουμε να κατανοήσουμε είναι το γιατί αυτό που κάποτε ήταν μια φυσιολογική, περιορισμένη σε έκταση και μάλλον "χρήσιμη" ή, έστω, "λειτουργική" και αντιμετωπίσιμη μεσογειακή πυρκαγιά σήμερα εξελίσσεται σε ολοκαύτωμα που κατακαίει τεράστιες εκτάσεις και απειλεί ανθρώπινες ζωές και περιουσίες. Αυτό το ερώτημα αφορά όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά όλες τις περιοχές με μεσογειακό κλίμα γύρω από τη Μεσόγειο, την Καλιφόρνια, τη Νότια Αυστραλία.

Η βασική ιδέα της απάντησης στο παραπάνω ερώτημα είναι απλή:

Αγροτικό τοπίο στη Δυτική Κεφαλλονιά: Μικροί κλήροι και μωσαϊκό από ποικίλες χρήσεις, που περιλαμβάνει και πολλές ανοιχτές περιοχές. Αν προσθέσουμε και βόσκηση (που αφαιρεί το περισσότερο χορτάρι και μικρούς θάμνους), έχουμε ένα τοπίο που δεν ευνοεί τις μεγάλες πυρκαγιές. Φωτ. Χρήστος Μαρουλής

Β. Φεύγουν καλλιέργειες και βόσκηση – Έρχονται σπίτια: Καιγόμαστε.

Ο λόγος για τον οποίο οι αναμενόμενες, συνήθως περιορισμένες σε έκταση και άλλοτε «αθώες» μεσογειακές πυρκαγιές σήμερα εξελίσσονται σε καταστροφικά πύρινα μέτωπα είναι η δραματική και απότομη αλλαγή χρήσεων γης κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Και ιδίως ο (κυριολεκτικά) θανατηφόρος συνδυασμός της εγκατάλειψης των παραδοσιακών χρήσεων γης (κυρίως καλλιέργειας και βόσκησης) με την οικιστική ανάπτυξη (οικισμών αλλά και εκτός σχεδίου δόμησης).

Το παραδοσιακό  μεσογειακό τοπίο ήταν ένα μωσαϊκό που διαμορφωνόταν από ποικίλες χρήσεις γης: καλλιέργειες, βοσκότοποι, δασικές χρήσεις και σαφώς οριοθετημένοι οικισμοί. Πολλά από τα διάκενα σε αυτό το μωσαϊκό είχαν διαμορφωθεί και από τις συχνές πυρκαγιές, οι οποίες ήταν σύντομες -αφού δεν υπήρχαν μεγάλες ενιαίες εκτάσεις με εύφλεκτη βλάστηση και κάθε τόσο παρεμβάλλονταν αμπέλια, χωράφια σε διάφορα στάδια καλλιέργειας, βοσκοτόπια, ξερολιθιές ή προηγούμενα καμένες εκτάσεις. Έτσι, σε ένα τοπίο όπου παντού και πάντα υπήρχαν διάσπαρτα τμήματα γης χωρίς βλάστηση ή με πολύ χαμηλή βλάστηση, οι πυρκαγιές είτε έσβηναν γρήγορα μόνες τους επηρεάζοντας μικρές εκτάσεις ή ήταν εύκολο να ελεγχθούν από τους κατοίκους με απλά μέσα[1].

Αριστερά: Αν στην πορεία της φωτιάς υπάρχουν ανοιχτές εκτάσεις με χαμηλή ή αραιή βλάστηση (π.χ. οργωμένα χωράφια, βοσκοτόπια, αμπέλια), η φωτιά ελέγχεται εύκολα, με απλά μέσα και χωρίς εξειδικευμένο προσωπικό. Δεξιά: Αν στην πορεία της φωτιάς υπάρχει άφθονη εύφλεκτη βλάστηση (όπως πευκοδάση, ελαιώνες, ψηλή μακία και ευκάλυπτοι) η φωτιά δεν αντιμετωπίζεται ούτε με υπερσύγχρονα μέσα - απλά περιμένουμε να φτάσει κάπου που δεν έχει τι άλλο να κάψει. Για αυτό τον λόγο, στο παραδοσιακό αγροτικό τοπίο με τα πολλά διάκενα και ποικίλες χρήσεις γης, η κάθε πυρκαγιά αντιμετωπιζόταν εύκολα. Και οι δύο φωτ. από τις πυρκαγιές στη Ηλεία το 2007. Η αρχική πηγή έχει χαθεί. 



Ελεγχόμενη φωτιά με σκοπό να διατηρείται η βλάστηση χαμηλή. Αυτή ήταν και μια συνηθισμένη πρακτική των κτηνοτρόφων επί χιλιάδες χρόνια. Κατά κανόνα, αυτές οι φωτιές έμπαιναν νωρίς την άνοιξη και ευνοούσαν την αναγέννηση της ποώδους βλάστησης και απομάκρυναν με ελεγχόμενο τρόπο και σε μικρές ποσότητες κάθε φορά την πλεονάζουσα καύσιμη ύλη. Σήμερα, αυτή η μέθοδος χρησιμοποιείται κυρίως εκτός Ευρώπης για διαχείριση βλάστησης σε φυσικές περιοχές σε εφαρμογή ειδικευμένων διαχειριστικών σχεδίων και φυσικά κάτω από αυστηρή εποπτεία, Πηγή hhttps://www.nrcs.usda.gov/wps/portal/nrcs/detail/tx/home/?cid=nrcs144p2_003250

Η έλλειψη καταστροφικών πυρκαγιών εκείνη την εποχή και σε εκείνο το τοπίο της ενεργού χρήσης της γης από τον άνθρωπο δεν οφειλόταν στο ότι δεν «άναβαν» πολλές φωτιές. Απεναντίας, υπήρχαν πολύ περισσότεροι λόγοι από ότι σήμερα για να ανάψει μια φωτιά στην ύπαιθρο (μαγείρεμα, μεταλλουργία, φωτισμός κ.λπ., συν, φυσικά, το γεγονός ότι η φωτιά συχνά αναβόταν εσκεμμένα ως βασικό μέσο διαχείρισης φυσικών εκτάσεων π.χ. βοσκοτόπων, υπορόφου δασών, χωραφιών μετά την συγκομιδή κ.ο.κ.). Εκείνο που αποσοβούσε τα ολοκαυτώματα ήταν ότι απλώς δεν υπήρχαν οι συνθήκες που επέτρεπαν σε μια πυρκαγιά να γιγαντωθεί και να αποκτήσει μεγάλο θερμικό φορτίο. Δεν υπήρχε ούτε επαρκής καύσιμη ύλη ούτε ενιαίες εκτάσεις με εύφλεκτη βλάστηση. Έτσι, κάθε φωτιά είτε περιοριζόταν από μόνη της ή ήταν εύκολο να ελεγχθεί από τους κατοίκους αφού ήταν εύκολο να "κόψουν" την πορεία της σε κάποιο από τα πολλά διάκενα. 

Σταφιδαμπελώνες και ελιές στην Αιγιάλεια. Τοπίο που πολύ δύσκολα καίγεται, ακόμη και σε συνθήκες καύσωνα και ισχυρών ανέμων

Κάθε τόσο, φυσικά, δημιουργούνταν κάποια μεγαλύτερα πύρινα μέτωπα σε περιοχές που τύχαινε να μείνουν άκαυτες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό, όμως, εκτός από το ότι δεν αποτελούσε "καταστροφή" για τα οικοσυστήματα, δεν ήταν πρόβλημα ούτε για τον άνθρωπο, διότι, πολύ απλά, δεν υπήρχαν άνθρωποι ή σπίτια μέσα στα πευκοδάση και, γενικότερα, ανάμεσα σε πυκνή και εύφλεκτη μεσογειακή βλάστηση. Αν μελετήσουμε παλιές εικόνες από χωριά που σήμερα βρίσκονται μέσα σε πυκνή βλάστηση, θα δούμε ότι αυτό δεν ίσχυε στο παρελθόν, καθώς πάντα οι οικισμοί ήταν περιτριγυρισμένα από ανοιχτές περιοχές (καλλιέργειες ή βοσκοτόπια). Για τις παραδοσιακές ανθρώπινες κοινωνίες κάθε κομμάτι γης κοντά στο σπίτι ήταν πολύτιμο και υφίστατο χρήση, αφού εκεί διατηρούνταν ζώα, μποστάνια, αμπέλια με τον μικρότερο δυνατό κόπο. Δεν υπήρχε η πολυτέλεια να δεσμεύουν αυτή την γη με θάμνους ή διακοσμητικά δέντρα, με εξαίρεση τον γερο-πλάτανο στην πλατεία και μερικά μεμονωμένα δέντρα ή συστάδες για σκιά, για κοινωνικο-θρησκευτικούς λόγους (π.χ., γύρω από ναούς) και οπωροφόρα.


Δημητσάνα, Αρκαδία. Σύγχρονη φωτογραφία. Βλέπουμε τους λόφους στο βάθος καλυμμένους από θαμνώδη βλάστηση καθώς σήμερα δεν υπάρχει ούτε καυσόξυλων ούτε εντατική ελεύθερη κτηνοτροφία. Φωτ. Αμαλία Κωβαίου

Δημητσάνα, το 1920. Βλέπουμε τους λόφους στο βάθος να είναι γυμνοί από βλάστηση λόγω της εντατικής κτηνοτροφίας, ξύλευσης και άλλων χρήσεων γης. Δεν επρόκειτο απαραίτητα ένα ιδανικό μοντέλο διαχείρισης της φύσης, όμως σίγουρα δεν υπήρχε περίπτωση ανάπτυξης μετώπου πυρκαγιάς.


Καμένο ορεινό πευκοδάσος στην ΒΔ Ελλάδα (Νότιες παρυφές Γράμμου). Ένα απόλυτα φυσικό φαινόμενο.

Νεαρά πευκάκια που ξεπηδούν κατά χιλιάδες στο καμένο δάσος Χαλέπιου Πεύκου (Γεράνεια).

Τα πάντα άλλαξαν τις τελευταίες δεκαετίες, όταν μεγάλο μέρος της υπαίθρου εγκαταλείφτηκε και το παραδοσιακό μεσογειακό πολιτιστικό τοπίο, το ποικίλο αγροτο-κτηνοτροφικό μωσαϊκό, αφέθηκε να καλυφθεί με θάμνους και νεαρά δέντρα και να μετατραπεί σε ένα ενιαίο ομοιογενές «χαλί» από εύφλεκτη βλάστηση. Τα κενά που άλλοτε αντιστοιχούσαν σε χωράφια, αμπέλια και βοσκοτόπια, και που λειτουργούσαν ως φυσικές αντιπυρικές ζώνες, καλύφθηκαν με θάμνους ή πεύκα ή φυτεύτηκαν με ελιές (οι οποίες είναι λιγότερο απαιτητικές στην καλλιέργειά τους). 

Αγροτικό τοπίο στη Μεσσηνία σε στάδιο εγκατάλειψης. Διακρίνονται ακόμη τα παλιά ανοιχτά χωράφια και τα αμπέλια που πλέον είτε έχουν εγκαταλειφθεί και σταδιακά καλύπτονται από θάμνους ή έχουν φυτευτεί με ελιές. Το αποτέλεσμα είναι ότι στη θέση ενός μωσαϊκού από ποικίλες χρήσεις και διάκενα, δημιουργείται ταχύτατα ένα ομοιογενές εύφλεκτο ενιαίο "χαλί" από θάμνους και ελαιώνες.

Σαν να μην έφτανε αυτό, η γη γύρω από τους οικισμούς -η οποία δεν χρησιμοποιείται πλέον για καλλιέργεια ή βοσκή- απέκτησε μεγάλη αξία ως οικόπεδα με μοναδικό σκοπό την κατοικία (παραθεριστική ή μόνιμη). Τώρα, πλέον, η γη γύρω από τις κατοικίες δεν υφίσταται χρήση. Ή, για να ακριβολογούμε, έχει χρήση μη-παραγωγική. Είναι «ντεκόρ» ή βοηθητικός χώρος για την κατοικία (γκαράζ, πισίνα, μπάρμπεκιου, ξαπλώστρες κ.λπ.). Σε αυτού του είδους «χρήση» γης, τα δέντρα είναι επιθυμητά ως σκιά και διακοσμητικό στοιχείο και αφήνονται να μεγαλώσουν ή φυτεύονται μέσα και γύρω από οικισμούς (συχνά εύφλεκτα είδη, όπως πεύκα και ευκάλυπτοι). Έτσι, σήμερα έχουμε το πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία φαινόμενο σπίτια και οικισμοί να είναι περιτριγυρισμένα από εύφλεκτη βλάστηση. Αυτό προφανώς δεν ισχύει παντού με τον ίδιο τρόπο: Τα παραδοσιακά χωριά, ακόμη και αν βρίσκονται κοντά σε πευκοδάση, διατηρούν ακόμη εκτάσεις με μη εύφλεκτη βλάστηση όπως κήπους, μποστάνια, αμπέλια, οπωροφόρα δέντρα, μουριές κ.λπ., και έτσι παραμένουν πολύ πιο ασφαλή από παραθεριστικούς οικισμούς ή μεμονωμένα σπίτια μέσα στα πεύκα.

Κατοικίες στο Μάτι Αττικής πριν από την πυρκαγιά του 2018. Είτε τα σπίτια χτίστηκαν μέσα στο πυκνό πευκοδάσος ή τα πεύκα αφέθηκαν να πληθύνουν ανάμεσα στα σπίτια, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: Μεγάλος κίνδυνος ολοκαυτώματος. Πηγή https://www.iellada.gr/tags/mati-attikis-prin-ti-fotia-vinteo

Η επέκταση των οικισμών στη φύση και η ολέθρια εκτός σχεδίου δόμηση εκθέτουν ολοένα περισσότερους ανθρώπους και περιουσίες στον κίνδυνο ολοκαυτώματος (αυξάνουν την λεγόμενη "ζώνη μίξης δασών - οικισμών" - wildland-urban interface, η οποία αρχίζουν επιτέλους να αντιλαμβάνονται ότι αποτελεί «το πρόβλημα» στην Καλιφόρνια). Παράλληλα, και εν μέρει για αυτό το λόγο, η κατάσταση επιδεινώνεται λόγω της ίδιας της αντιπυρικής προστασίας: κάθε μικρή «παραδοσιακή»  πυρκαγιά (η οποία παλαιότερα θα ήταν, όπως είπαμε, "χρήσιμη", καταναλώνοντας κάμποση εύφλεκτη βιομάζα και δημιουργώντας διάκενα και φυσικές αντιπυρικές ζώνες) τώρα αποτελεί απειλή για περιουσίες και σβήνεται πάραυτα. Έτσι, σταμάτησε να καταναλώνεται η πλεονάζουσα καύσιμη ύλη μέσα και γύρω από τις ανθρώπινες εγκαταστάσεις. Από τη στιγμή που σταμάτησαν οι πολλές μικρές πυρκαγιές συσσωρεύεται καύσιμη ύλη και ετοιμάζεται ο δρόμος για την μία μεγάλη πυρκαγιά, την οποία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά ούτε η Ισπανία, η Γαλλία, οι Η.Π.Α., η Αυστραλία... 

[Για να επανέλθουμε στο αρχικό παράδειγμα του κρυολογήματος, αποτρέποντας την εκδήλωση κάθε μικρής πυρκαγιάς στην φύση, την κάνουμε να χάσει την «ανοσία» της στις σοβαρές καταστροφικές πυρκαγιές. Ακριβώς όπως αποτρέποντας κάθε επαφή ενός οργανισμού με 
ιούς και μικρόβια, τον κάνουμε ολοένα πιο ευαίσθητο και ευάλωτο σε μια ολέθρια προσβολή.] 

Αυτά τα ολοκαυτώματα καταλήγουν πλέον να γίνουν και "οικολογικό" πρόβλημα, διότι δημιουργούν μεγάλα μέτωπα και καταστρέφουν οικοσυστήματα τα οποία φυσιολογικά δεν καίγονταν, όπως τα ορεινά ελατοδάση (τα οποία πλέον κινδυνεύουν σοβαρά όσο γειτνιάζουν με πυκνά πευκοδάση και μακία βλάστηση αντί για βοσκότοπους - βλ. και Η προστασία των ορεινών δασών είναι πολιτική επιλογή).

Το Μάτι Αττικής μετά την πυρκαγιά του Ιουλίου 2018. Εκτός των άλλων, παρατηρούμε ότι πλήθος πεύκων "τσουρουφλίστηκαν" και επέζησαν. Το δάσος δεν καταστράφηκε, απλά αραίωσε και, οικολογικά, μπορούμε να πούμε ότι βελτιώθηκε. Αν δεν υπήρχαν σπίτια εκεί , θα είχαμε μια απλή "χρήσιμη" πυρκαγιά. Δυστυχώς, αντί γι αυτό είχαμε μια μεγάλη τραγωδία. Πηγή http://www.onalert.gr/stories/fwtia-sthn-attikh-o-dekalogos-twn-aitiwn-gia-thn-fonikh-purkagia-sto-mati/68613

Μα, είναι δυνατόν να αφήσουμε να εκδηλωθεί μια πυρκαγιά προκειμένου να καταναλώσει καύσιμη ύλη ώστε να αποφύγουμε μια μεγάλη πυρκαγιά αργότερα; Φυσικά, όχι, διότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Αφενός έχει πλέον σωρευθεί υπερβολικά πολλή καύσιμη ύλη, αφετέρου η ελληνική ύπαιθρος δεν είναι πια ένα μεσογειακό οικοσύστημα προσαρμοσμένο στη φωτιά, αλλά ένα σύνολο οικοπέδων με σπίτια, εγκαταστάσεις, υποδομές. Δεν γίνεται πια να αφήσεις μια φωτιά να παίξει τον φυσικό της ρόλο εκεί μέσα!


Και η κλιματική αλλαγή;

Η επιμήκυνση της ξηρής περιόδου ανομβρίας και η αύξηση των ημερών με καύσωνα προφανώς αυξάνει τον αριθμό των ημερών υψηλού κινδύνου για εκδήλωση πυρκαγιάς. Οι πρωτόγνωρα ευνοϊκές συνθήκες για πυρκαγιές απειλούν κυρίως τα ορεινά Μεσογειακά δάση, ιδίως τα ελατοδάση, που δεν είναι προσαρμοσμένα στην πυρκαγιά. 

Συνεπώς, η κλιματική αλλαγή επιτείνει το πρόβλημα. Δεν είναι, ωστόσο, η αιτία των πυρκαγιών, ούτε αλλάζει την ουσία του προβλήματος, το οποίο είναι η συσσώρευση καύσιμης ύλης παράλληλα με τις "νέες χρήση γης". Αυτό ισχύει και για τις καταστροφικές μεγα-πυρκαγιές στην Αυστραλία το 2019: Μπορεί ο ασυνήθιστα παρατεταμένος καύσωνας να ευνόησε την εκδήλωσή τους, αλλά η βάση του κακού παραμένει η τρωτότητα της υπαίθρου λόγω της απώλειας των παραδοσιακών χρήσεων γης, τις οποίες εφάρμοζαν επί χιλιάδες χρόνια οι Αβορίγινες, και  παράλληλα η ανάπτυξη κατοικιών μέσα στα εύφλεκτα δάση ευκαλύπτων. 

Συνεπώς, ακόμη και εάν αποτρέπαμε την κλιματική επιδείνωση, πάλι θα έχουμε πολύ μεγάλα προβλήματα όσο συνεχίζουμε να χτίσουμε μέσα σε μια συνεχώς πιο ευάλωτη φύση. 


Γ. Οι βασικές κατευθύνσεις για τη λύση

Το ολοκαύτωμα αποφεύγεται μόνο στερώντας του καύσιμη ύλη. Για αυτό πρέπει να ενθαρρύνουμε τις παραδοσιακές χρήσεις γης: Εκτατική γεωργία και κτηνοτροφία, μικροί κλήροι, ποικίλες καλλιέργειες (π.χ. παραδοσιακούς αμπελώνες και διάφορες μονοετείς καλλιέργειες - όχι εύφλεκτοι ελαιώνες εκεί που δεν υπήρχαν). Έτσι επαναφέρουμε το παραδοσιακό πολυσχιδές πολιτιστικό τοπίο της Μεσογείου, το οποίο, με τα διάκενα και την τακτική απομάκρυνση της εύφλεκτης βιομάζας, είναι προσαρμοσμένο στις πυρκαγιές και (για αυτό) δεν κινδυνεύει από ολοκαύτωμα.

Αγροτικό τοπίο στη Νότια Ιθάκη σε εγκατάλειψη. Μόνο ένας μικρός αμπελώνας είναι ακόμα σε χρήση (στα δεξιά). Τα υπόλοιπα χωράφια (πρώην αμπέλια) έχουν σχετικά πρόσφατα εγκαταλειφθεί και έχουν καλυφθεί με φρύγανα. Στις πλαγιές της κοιλάδας (στο πάνω μέρος της εικόνας), η γη έχει εγκαταλειφθεί παλαιότερα και έχουν ήδη αναπτυχθεί θάμνοι, οι οποίοι αρχίζουν να εισβάλουν προς τα κάτω. Αν η κοιλάδα δεν καλλιεργηθεί (ή βοσκηθεί), τελικά θα καλυφθεί εντελώς με σκληρόφυλλους θάμνους και κάποια στιγμή θα καεί. 

Οι ανθρώπινες απώλειες και οι καταστροφές σε περιουσίες αποφεύγονται μόνο αποτρέποντας την έκθεση ανθρώπων και περιουσιών σε εύφλεκτη βλάστηση (περιορίζοντας το wildland-urban interface - ζώνες μίξης δασών-οικισμών). Για αυτό περιορίζουμε με κάθε τρόπο την επέκταση των οικισμών και σταματάμε την εκτός σχεδίου δόμηση. Αυτά, δηλαδή, που δεν έγιναν στο Μάτι, και είχαν αποτέλεσμα μια πολύ μικρής έκτασης δασική πυρκαγιά να καταλήξει σε τέτοια ανθρώπινη καταστροφή. 

Εκεί όπου η παρουσία οικισμών και σπιτικών στη φύση είναι ήδη γεγονός, οι κάτοικοι πρέπει να προσαρμοσθούν στον κίνδυνο ενός ολοκαυτώματος και να είναι πάντα προετοιμασμένοι για αυτό, ιδίως κατά τις επικίνδυνες ημέρες με ισχυρούς ανέμους και υψηλές θερμοκρασίες – αυτό, δηλαδή, που  δεν ίσχυε στο Μάτι[2]. Αυτή η προσαρμογή  προϋποθέτει μέτρα όπως αυξημένη εισφορά σε γη (ώστε να υπάρχουν άνετες οδοί διαφυγής), υποχρεωτικές υδατοδεξαμενές (και κεραμοσκεπές για να γεμίζουν), ειδικό σχέδιο και τακτικές ασκήσεις εκκένωσης και κατάσβεσης (με διαφορετικό σενάριο για κάθε περίπτωση διεύθυνσης και έντασης ανέμου).   

Ειδικά όσοι ζουν μέσα σε πευκοδάση θα πρέπει να γνωρίζουν ότι σίγουρα μια πυρκαγιά θα εκδηλωθεί μέσα στη διάρκεια ενός κύκλου μερικών δεκαετιών. Όσο περισσότερος χρόνος έχει παρέλθει από την τελευταία πυρκαγιά, τόσο περισσότερο πρέπει να ανησυχούν, διότι ετοιμάζεται το ολοκαύτωμα.

Ένα αμιγές και εκτενές πευκοδάσος σαν αυτό (Γεράνεια) είναι απόλυτα βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα καεί στα πλαίσια ενός φυσικού κύκλου μερικών δεκαετιών. Η πυρκαγιά δεν θα αποτελεί πρόβλημα για τα πεύκα, τα οποία θα αναγεννηθούν γρήγορα. Αν εκεί μέσα "βρεθούν" κατοικίες αυτό είναι πρόβλημα των ανθρώπων και όχι της φύσης. 




[1] Πολλές από αυτές τις ελεγχόμενες φωτιές ανάβονταν εσκεμμένα από τον άνθρωπο για καθαρισμό των αγρών και του υπόρροφου σε δάση, για εκκαθάριση θαμνωδών εκτάσεων και απόκτηση γεωργικής γης, για διατήρηση ενός πρώιμου σταδίου οικολογικής διαδοχής με χαμηλή ποώδη βλάστηση κατάλληλη για τα κοπάδια των βοσκών κ.λπ. (άλλωστε, η φωτιά ήταν ένα από τα κυριότερα ανθρώπινα «εργαλεία» τροποποίησης του περιβάλλοντος επί χιλιάδες χρόνια, πριν ακόμη την απαρχή του πολιτισμού). Οι φωτιές αυτές έμπαιναν κυρίως στο τέλος της εποχής των βροχών - όχι το κατακαλόκαιρο. Έτσι, απομάκρυναν με ελεγχόμενο τρόπο την πλεονάζουσα καύσιμη ύλη αποτρέποντας το ολοκαύτωμα.

Εκείνη η μακρά περίοδος εντατικής χρήσης της γης από τον άνθρωπο (με το τρίπτυχο γεωργία-κτηνοτροφία-δασική εκμετάλλευση) δεν ήταν απαραίτητα μια Belle Époque για τη φύση. Ο ελεγχόμενος κύκλος αλληλεξάρτησης και ισορροπίας ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση συχνά έσπαγε – ιδίως σε ιστορικές περιόδους με κοινωνική και πολιτική αστάθεια και μεγάλη ένδεια- και οδηγούσε σε μεγάλη πίεση στη γη, αφανισμό της βλάστησης, διάβρωση και ερημοποίηση (συχνά και λόγω της υπερβολικής χρήσης της φωτιάς). Σε κάθε περίπτωση, όμως (και όσον αφορά το θέμα μας), σημασία έχει ότι μέχρι μόλις πριν λίγες δεκαετίες, η συσσώρευση υπερβολικής καύσιμης ύλης σε μεγάλες εκτάσεις (δηλαδή η προϋπόθεση καταστροφικής πυρκαγιάς) ήταν κάτι άγνωστο.

Ελεγχόμενη πυρκαγιά για καθαρισμό υπόροφου σε δρυοδάσος. Β. Αμερική. H μέθοδος αυτή εφαρμόζεται κυρίως στο τέλος του χειμώνα - αρχές άνοιξης. Πηγή 
http://acornforestry.net/cs/mid-burning.html 

[2] Οι μεγάλες ευθύνες για τον όλεθρο στο Μάτι δεν βρίσκονται στην αντίδραση του κρατικού μηχανισμού εκείνο το απόγευμα (όπου από την εκδήλωση της πυρκαγιάς μέχρι τους μαζικούς θανάτους πέρασαν λιγότερο από 45 λεπτά) αλλά στο ότι η πρόληψη έπρεπε να ξεκινήσει το πρωί εκείνης της ημέρας. Δεν δικαιολογούνταν αιφνιδιασμός σε μια μέρα με πρόβλεψη για ανέμους εντάσεως >10 μποφόρ: Θα έπρεπε από το πρωί να ήταν τα πάντα σε ύψιστη επιφυλακή. Η καλύτερη συμβουλή (κατά προτίμηση από τα ΜΜΕ) θα ήταν να μην επισκεφτεί κανείς εκείνη την ημέρα τις πευκόφυτες περιοχές, στους δε μόνιμους κατοίκους θα έπρεπε να δοθεί η συμβουλή (ίσως με SMSνα είναι σε διαρκή εγρήγορση και να ενημερώνονται συνεχώς για τυχόν εστίες πυρκαγιάς στην γύρω περιοχή. Αποτελεί βασική γνώση επιβίωσης στη Μεσόγειο ότι σε μια στεγνή καλοκαιρινή μέρα με πρόβλεψη για ισχυρούς ανέμους δεν επισκεπτόμαστε πευκοδάση διότι κυριολεκτικά ρισκάρουμε τη ζωή μας. Αν, βέβαια, ζούμε μέσα σε αυτά, το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε σε τέτοιες συνθήκες είναι να βρισκόμαστε συνεχώς σε επιφυλακή και με τα νεύρα τεντωμένα (αν όχι να σφραγίσομε το σπίτι και να πάμε κάπου αλλού)